Του Πέτρου Μαυρίδη
Θα παίζω πάντα εκείνο το παιχνίδι που δεν ξέρω τους κανόνες
του. Θα μπαρκάρω στο καράβι που δεν πιάνει σε λιμάνι.
ή
je t’ai somnambulé avec moi jusqu’au précipice
Σπάω γραμμές, καταπίνω με κόκα-κόλα μωβ χαπάκια σε σχήμα νεκροκεφαλής, στις μαύρες σακούλες σκουπιδιών που κατεβάζω στην πίσω αυλή του κτηρίου όπου μένω προσωρινά, πάντα κροταλίζουν άδεια μπουκάλια, σνιφάρω πόπερς, πού και πού πίνω το τσάι μου με λίγο τζι. Με άλλα λόγια -ή, καλύτερα, έτσι όπως το καταλαβαίνω εγώ-, προσπαθώ να γραπωθώ στο παρόν, να το διαστείλω, να ανοίξει μια ρωγμή στην
επιφάνεια του χρόνου και να χωθώ μέσα της μαζί με τη στιγμή, εκεί όπου πάντα είναι ζεστά και κανείς δεν πεθαίνει.Εφόσον καταργείται η σκέψη του χρόνου-θανάτου, η στιγμή χορεύει σε ρυθμούς από το Μπουένος Άιρες ως το Γεκατερίνμπουργκ, αλλάζει δέρμα και πρόσωπα, μπορεί και να γεννήσει και να γονιμοποιήσει, ενδέχεται να μιλήσει πολωνικά και γουόλοφ και θιβετιανά, φιλάει στα μάτια ή γλείφει ρώγες. Παρ’ όλα αυτά, η επιφάνεια δεν ραγίζει πάντα. Όταν αυτό συμβαίνει, ξέρω πως οι ώρες που έρχονται φέρνουν μαζί τους το βάρος όλων των ρολογιών ή των φέρετρων που έχουν φτιαχτεί από την έναρξη του ανθρώπινου πολιτισμού. Και άντε να κοιμηθείς· να συνθηκολογήσεις δηλαδή. Απόψε το βράδυ, είμαι σίγουρος πως ούτε θα κοιμηθώ ούτε θα αποφύγω τις σκέψεις του θανάτου.
Με τον Γκιγιόμ γνωριστήκαμε ένα αποπνικτικό μεσημέρι του Ιούνη, καθώς προσπαθούσα να διατηρήσω την ισορροπία μου στα βράχια του μονοπατιού για την καλάνκ ντε Σορμιού. Η σόλα του παπουτσιού μου είχε αποκολληθεί και, κατεβαίνοντας περισσότερο από το μισό μονοπάτι με την πατούσα γυμνή, είχα καθίσει σε ένα βραχάκι, ώστε να αποφύγω για λίγο την επαφή με το καυτό χώμα. Τον είδα να με πλησιάζει σηκώνοντας σκόνη στο έδαφος. Δυο μεγάλα καστανά μάτια μού χαμογελούσαν. Με ρώτησε αν χρειαζόμουν βοήθεια. Του εξήγησα τι συνέβη και μου πρότεινε να αντικαταστήσω το παπούτσι με μία από τις παντόφλες του για την παραλία και να κατέβουμε μαζί το μονοπάτι.
Στη διαδρομή προς τη θάλασσα, σιγοσφύριζε μια οικεία μελωδία που ακόμη και τώρα, ένα χρόνο περίπου μετά την πρώτη μέρα της γνωριμίας μας, εννιά μήνες από εκείνο τον μαύρο Φλεβάρη, δεν έχω καταφέρει να ταυτοποιήσω. Όταν το χρειαζόμουν, μου πρόσφερε το χέρι του για βοήθεια, και κάθε φορά χαμογελούσε.
Περάσαμε την υπόλοιπη μέρα μαζί. Κάθισε δίπλα μου στην παραλία και πίναμε σπιτική λεμονάδα που είχε μεταφέρει σ’ ένα θερμός γεμάτο παγάκια. Ήταν νόστιμη και είχε μια γεύση από μέλι. Κολυμπήσαμε λίγο. Κατά τις οχτώ, όταν ο πολύς κόσμος είχε φύγει από τη μικρή παραλία, πήραμε τον δρόμο για πίσω και στο τέλος του μονοπατιού, αποκαμωμένοι πια, επέμενε πως θα με γυρίσει αυτός στην πόλη με το αμάξι. Τι πίναμε εκείνο το βράδυ; Καθίσαμε σε ένα συνεργατικό μπαράκι στην πλατεία Λα-Πλεν. Τα φύλλα των δέντρων θρόιζαν, πλαστικά ποτήρια χόρευαν στον αέρα και φωνακλάδικες συζητήσεις έφταναν από κάθε τραπέζι. Θυμάμαι τις μπούκλες του, κοκαλιασμένες από το θαλασσινό αλάτι, να πέφτουν στα μάτια του.
Κάποια στιγμή τεντώθηκα προς το μέρος του, κατά τη γνώμη μου αποφασιστικά, αλλά μάλλον διστακτικά, και με μια απαλή κίνηση παραμέρισα τις μπούκλες στην άκρη· είχα ήδη ξεκινήσει, χωρίς να το συνειδητοποιώ, μια ιστορία με αφορμή τα μάτια του. Το επόμενο βράδυ βρεθήκαμε ξανά και το μεθεπόμενο το ίδιο. Μια βδομάδα μετά ανέβηκε αυτός στο Παρίσι.
Γκιγιόμ σημαίνει: 1. ταχεία στις 06:03 το πρωί από το σταθμό της Λυών προς Σαιντ-Σαρλ. Στην πρόσοψη του σταθμού, στην πλατεία Λουί-Αρμάν καπνίζω βιαστικά και κοιτάω τον Πύργο του Ρολογιού. Σε λιγότερο από τέσσερις ώρες θα βρίσκομαι στη Μασσαλία. Θα με περιμένει στα σκαλιά που κοιτούν το μπουλεβάρ ντ’ Ατέν σκαρώνοντας κάποιο σκίτσο. Δύο γυμνά σώματα πάνω σ’ ένα ξέστρωτο κρεβάτι· ένα ζευγάρι χέρια και ο καπνός του τσιγάρου στο τασάκι που ανεβαίνει και κρύβει το πρόσωπο. 2. Πρωινός καφές και βουτήματα με γεύση πορτοκάλι. Σύκα και ταρτίν χωρίς μαρμελάδα, μόνο με βούτυρο και αλάτι. Ελιές, κάπαρη και αντζούγιες. Σούπες με ψάρια και μια γραμμή ιδρώτα στο πάνω χείλος. Γλυκάνισος. Η μυρωδιά των πεύκων και των ανατολίτικων μπαχαρικών. Τυλιχτή λιβανέζικη πίτα με φαλάφελ, κρεμμύδι, μαρούλι, τουρσί, χαρίσσα και σάλτσα μπλανς. Η σως αϊόλι, με την οποία πάντα συνόδευα τις πατάτες μου και ας έλεγε ο Γκιγιόμ πως αυτός ήταν ένας λάθος συνδυασμός· ένας συνδυασμός που θα έφτιαχναν τουρίστες και Παριζιάνοι. 3. Τέσσερις Ιουνίου, Ιούλιος, Αύγουστος, Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, ρήξη, τρένα τέλος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος, Ιανουάριος, δώδεκα Φεβρουαρίου, θάνατος· τέλος για ποιον; Tι είναι τέλος;
4. Βόλτες και ταξίδια με το αμάξι του. Αυτός πάντα στη θέση του οδηγού. Εγώ δίπλα του στρίβω τσιγάρα, βάζω τραγούδια στο κινητό, τον ταΐζω μια μπουκιά από το σάντουιτς με κοντέ που έχω τυλίξει σε αλουμινόχαρτο, ελέγχω τον χάρτη και ας μη μου το ζητάει και ας εκνευρίζεται όταν προτείνω άλλες διαδρομές, «δεν θα μου μάθει το μαραφέτι σου τη Μασσαλία». Ένα βράδυ, καθώς διασχίζουμε το τούνελ δίπλα από τον σταθμό των τρένων, γκαζώνει και μου φωνάζει μεθυσμένος «σ’ αγαπώ». Γελάω δυνατά. «Κόψε ταχύτητα, κούκλε», φωνάζω και εγώ και ρουφάω μια ρουφηξιά από τον μπάφο. «Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ», επαναλαμβάνει. Δύο φορές ανεβαίνουμε στο Παρίσι με το πειραγμένο, κόκκινο Φορντ Γρανάδα, κληρονομιά από τον παππού του, που κάνει περίεργους θορύβους και για το οποίο διαρκώς αμφιβάλλω αν θα τα καταφέρει ως την Κολενκούρ.
Τη δεύτερη φορά μένει για μια βδομάδα. Τσακωνόμαστε συνεχώς και κάνουμε έρωτα παντού. Στο μικρό σπίτι στην Κολενκούρ και στα σκαλιά του Μον-Σενί, χαράματα Κυριακής και στο πάρκο του Βανσέν που έχουμε πάει για πικνίκ πριν την παράσταση του Εουτζένιο Μπάρμπα στην Καρτουσερί. Ζηλεύει.
5. Η αυστηρή φωνή της γιατρού έξω από το δωμάτιό του σε έναν υποφωτισμένο διάδρομο του νοσοκομείου ντε λα Τιμόν, καθώς ο άνεμος του Οκτώβρη λυσσομανά από το ανοιχτό παράθυρο στο βάθος: «Διέφυγε τον κίνδυνο. Αν συνεχίσει, όμως, να ζει έτσι το σώμα του δεν θα αντέξει. Στο αίμα του ανιχνεύθηκαν κοκαΐνη, κάνναβη και αλκοόλ. Ενημερώθηκε ο προσωπικός του ιατρός και ανέφερε πως στην τελευταία τους προγραμματισμένη εξέταση δεν παρευρέθηκε. Πρέπει να ενημερωθεί η οικογένειά του και όταν το επιτρέψει η υγεία του, να μιλήσει με κάποιον ειδικό, αν δεν το κάνει ήδη. Εσείς τι του είστε;» «Τίποτα, είμαστε φίλοι». «Γνωρίζατε για την κατάσταση της υγείας του;» λέει και με ρωτάει επικριτικά, ενώ τα κόκκινά μου μάτια με τις διεσταλμένες κόρες δεν μπορούν να εστιάσουν στο πρόσωπό της. «Όχι, δεν είχα ιδέα».
Εκείνου του Φλεβάρη πρωί Κυριακής στο Παρίσι. Το κινητό, πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, παράγει τον γνωστό, κουδουνιστό ήχο που δηλώνει ότι έλαβα νέο μήνυμα. Με τα μάτια ακόμη κλειστά σφίγγω τις γροθιές και εκτείνω τα άκρα μου πάνω στο κρεβάτι. Το σώμα μου είναι πιασμένο και οι αρθρώσεις μου κροταλίζουν. Στρέφω το κεφάλι στο κομοδίνο και το ρολόι δείχνει 11.42. Ανασηκώνομαι αργά και τα αντικείμενα γύρω μου κάνουν μικρές κυκλικές κινήσεις πριν σταθεροποιηθούν. Στο κομοδίνο, ένα ξεχειλισμένο από γόπες τασάκι δηλητηριάζει τον αέρα. Αποκοιμήθηκα με τα ρούχα της χθεσινής νύχτας. Πόσες ώρες κοιμάμαι; Δύο-τρεις; Πώς γύρισα χθες; Δεν θυμάμαι το πρόσωπο τού τύπου στις τουαλέτες. Ένα αόρατο σφυράκι χτυπάει κάθε δύο δευτερόλεπτα τον αριστερό μου κρόταφο.
Πρέπει οπωσδήποτε να πιω λίγο νερό. Σηκώνομαι βογκώντας και πηγαίνω με σερνάμενα βήματα προς την κουζίνα. Πίνω με μανία από μια τεράστια κούπα, που έκλεψα έναν χειμώνα φεύγοντας από τη φοιτητική εστία στο Παντέν. Ανατριχιάζω· το σώμα μου με ευχαριστεί για την ενυδάτωση. Με το δεύτερο ποτήρι καταπίνω ένα χιλιάρι παυσίπονο. Αναρωτιέμαι αν πρέπει να επιστρέψω στο κρεβάτι ή να φτιάξω έναν καφέ. Το δεύτερο. Τον ετοιμάζω με αργές κινήσεις. Όσο περιμένω τη μηχανή της μόκα να σφυρίξει πάνω στην επαγωγική κουζίνα, πιάνω το κινητό με το δεξί μου χέρι και ελέγχω τις ειδοποιήσεις. Το όνομα της Ζουστίν φιγουράρει σε ένα από τα μηνύματα που, εξαιτίας της ζαλάδας και της μικρής γραμματοσειράς, δεν μπορώ να διαβάσω. Τι διάολο θέλει αυτή πρωινιάτικα; Η μηχανή σφυρίζει. Τη σηκώνω από το μάτι και ρίχνω τον καφέ στη μεγάλη κούπα. Τη μεταφέρω με το αριστερό μου χέρι προς το παράθυρο και διαβάζω με προσπάθεια το μήνυμα: «Ο Γκιγιόμ πέθανε πριν δυο βδομάδες. Πιστεύω πως θα ‘θελες να το μάθεις». Το πρώτο πράγμα που νιώθω είναι ένα έντονο κάψιμο στα δάχτυλα των ποδιών και χαμηλά στην κνήμη. Έπειτα, σαν μέσα σ’ όνειρο, ακούω την ηχώ μιας πορσελάνης που σπάει.
Η καρδιά του Γκιγιόμ σταμάτησε στις δώδεκα του Φλεβάρη που μας πέρασε, καθώς ανέτειλε μια Τετάρτη. Κληρονομική στεφανιαία καρδιοπάθεια. Η αδερφή του και η Ζουστίν επαναλάμβαναν πως αν δεν επέστρεφε σπίτι κάθε μέρα στις τέσσερις το πρωί, κλαίγοντας και λιώμα στο μεθύσι, αν δεν είχε σταματήσει τη γυμναστική, αν δεν είχε παρατήσει τα σκίτσα του, αν δεν είχε μάθει να σπάει γραμμές με το που έδυε ο ήλιος, όλα αυτά δεν θα είχαν συμβεί. Στην πραγματικότητα, αυτό που εννοούσαν και ήλπιζαν να γίνει κατανοητό από τους άλλους ήταν πως αν δεν με είχε γνωρίσει, θα ήταν ακόμη ζωντανός: «Είμαι ένα κωλόπαιδο που ζει με υποτροφίες και επιδόματα εις βάρος του κράτους και των άλλων. Ένας ελεεινός κοκάκιας. Ένα ρεμάλι που παριστάνει τον συγγραφέα». Αλλά κυρίως είμαι αυτός «που εξαιτίας του ο Γκιγιόμ παραστράτησε». Μπορεί. Κανείς δεν με ενημέρωσε για την κηδεία· δεν θα πήγαινα έτσι κι αλλιώς.
Τότε, όλα είχαν πλημμυρίσει. Έχω βγει στην επιφάνεια του μαύρου υγρού που με τύλιξε, όταν έσπασε η κλεμμένη κούπα από το Παντέν; Και μήπως δεν είχα βουλιάξει ήδη μέσα καιρό πριν; Δεν μπορώ να ζήσω στο παρόν, όχι γιατί ο Γκιγιόμ πέθανε, ούτε γιατί οι περισσότεροι με κατηγόρησαν για τον θάνατό του. Ακόμη και αν ζούσε, πάλι κάποια στιγμή θα ήθελα να το σκάσω. Δεν μπορώ να ζήσω στο παρόν γιατί δεν μπορώ να το γευτώ, να το αντικρίσω, να το ακούσω, να το μυρίσω. Μπορεί και επίτηδες, γιατί δεν μου φτάνει. Δεν είναι αρκετό. Γι’ αυτό ζω έτσι. Γιατί κανείς δεν μου ‘μαθε να αγαπώ· ή αρνήθηκα να μάθω. Και τελικά, οι μόνες γραμμές που δεν με απογοήτευσαν ποτέ ήταν οι δρόμοι. Μακρόωρες περιπλανήσεις στην πόλη. Ένα φτερό περιστεριού στο πλήθος χωρίς μελετημένο σκοπό και μέλλον. Ίσως να χρειάζεται κάτι πιο δραστικό. Να με μαζέψω και να φύγω. Πάλι. Όσο βαστούν τα πόδια μου.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
(Βέροια, 1995). Αποφοίτησε από το Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ και από το Τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών του Freie Universität Berlin.
Κατά το ακαδημαϊκό έτος 2021-2022 πραγματοποίησε πρακτική άσκηση ως βοηθός καθηγητή στην École des Hautes Études en Sciences Sociales του Παρισιού, όπου μετέπειτα εκπόνησε μέρος της διδακτορικής του έρευνας. Από το 2024 είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών του FUB. Ζει μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου