Της Χριστίνας Κόμη
Η μέρα ήταν ξεχωριστή. Η ώρα είχε φτάσει. Κι εσύ ήσουν ανάμεσα στους τυχερούς, σου είχανε πει, στους λίγους που είχαν γίνει δεκτοί για αυτό το εξαιρετικό σεμινάριο. Είχαν λάβει την περίληψη της διδακτορικής σου διατριβής και είχανε πει πως ναι, για να μπορέσεις, ως αλλοδαπή, να ενσωματωθείς στο μετα-διαδακτορικό πρόγραμμα και να έχεις ελπίδες διδασκαλίας, αυτή η μάστερ κλας, μεταξύ άλλων, θα σου ήταν απαρραίτητη. Τα τελευταία σου άρθρα δεν είχαν γίνει δεκτά γιατί δεν
περιελάμβαναν τις σωστές λέξεις-κλειδιά.Ο καθηγητής, όνομα γνωστό, στο στόμα όλων. Τετράδιο και μολύβια πάνω στο θρανίο. Όλα έτοιμα για την αποθανάτηση των σοφών λόγων του. Θα είναι άραγε ένας απρόσητος και μουτρωμένος σνομπ διανοούμενος ; Έχεις έναν κομπο στο στομάχι. Έφαγες λίγο παραπάνω σουρουμπί, το ποταμίσιο ψάρι που σερβίρουν οι ταβέρνες στις όχθες του Ρίο Παρανά, και μάλλον σου έπεσε βαρύ.
Τι κρίμα να μην έχει παράθυρα αυτή εδώ η αίθουσα. Δεν έβλεπες ούτε ποτάμι ούτε δένδρα κι ας ήταν η ωραιότερη ώρα έξω. Μόνο τοίχους, άσπρους, παράλληλους, στο βάθος μια οθόνη, στο ταβάνι προβολείς. Σαν σκανδιναυική φυλακή, όπως είχες δει μια μέρα σε ένα ντοκυμαντέρ...
Το κοινό είχε πιάσει την ψιλοκουβέντα εδώ και ώρα. Κάποιες γνωστές φάτσες, από το σεμινάριο που συνήθως παρακολουθούσες κάθε Τετάρτη. Και πολλοί άλλοι, που δεν τους είχες ξαναδεί. Κάθε ηλικίας. Γκριζομάλληδες με γυαλιά πρεσβυωπίας αλλά και κοπελούδες με αλογοουρές. Καμιά εξηνταριά άτομα σίγουρα. Δηλαδή πολλοί οι τυχεροί, όχι λίγοι.
Μπήκε καθυστερημένος. Δερμάτινο μπουφάν χρώματος εκάιν, φαλακρός, ή τέλος πάντων κουρεμένος γουλί, γυαλιά με χοντρό σκελετό, ψηλός, ογκώδης, με ένα ξεχειλωμένο πουλόβερ κι ένα τζην κουμπωμένο κάτω από την πλαδαρή κοιλιά, είχε κάτι από αρκούδα. Μια ανθρωποντυμένη αρκούδα με μια τσάντα πάνινη γεμάτη βιβλία κάτω από τη μασχάλη.
-Γεια σε όλους! Μια κίνηση διευθυντή ορχήστρας συνόδευσε την προσφώνηση. Πρώτο ερωτηματικό, θα χαμογελάσει η αρκούδα; Η μάλλον, οι αρκούδες χαμογελάνε;
Ναι, βέβαια, ασφαλώς! Το χαμόγελο ήρθε απλόχερο και αυτονόητο, λίγα δευτερόλεπτα μετά την προσφώνηση. Ήρθε να δώσει ένα πρώτο σημείο αναφοράς στη γεωγραφία αυτού του νέου προσώπου που τόσο περιμέναμε όλοι, που προσπαθούσαμε να συνδέσουμε με το όνομα στη βιβλιογραφία όπου αναφερόταν τόσο συχνά, και που, για μεγάλη μας τύχη και χαρά, θα συνόδευε από σήμερα και για δέκα μέρες τα απογεύματά μας.
-Γεια σε όλους (κι ευχαριστίες...): Ευχαριστώ τον πρόεδρο της σχολής, την συνάδελφο Γκονζάλες, το πρόγραμμα χρηματοδότησης, το τμήμα διεθνών σχέσεων, εσάς που είστε όλοι εδώ, την αεροπορική εταιρεία, κλπ κλπ...
Τώρα το ένα χαμόγελο πίσω από το άλλο, το ένα μέσα στο άλλο, σαν να λιώνουν και να γίνονται όλα τους ένα, πλατύ, υγρό, μελλωμένο και κολλώδες. Α, είναι καλός λοιπόν και συμπαθής και οικείος, δικός μας δηλαδή. Θα λέγαμε μάλιστα συμπαθέστατος, οικειότατος, σχεδόν φιλαράκι, με αυτήν την τραγουδιστή προφορά του που έρχεται από άλλα μήκη και πλάτη, τροπικά - τυρκουάζ παραλίες και κοκοφοίνικες. Σαντο Ντομίγκο; Πουέρτο Ρίκο; Κάπου από κει πρέπει να έρχεται.
-Ο κύριος Ράμος είναι εδώ, στο Πανεπιστήμιο του Ροσάριο ειδικά για εσάς αυτές τις μέρες, σε αποστολή εξπρές από το διάσημο πανεπιστήμειο του Μπέρκλεϋ των Η.Π.Α., για μια Μαστερ Κλας που εντάσσεται στο δικό μας σεμινάριο, είπε τρίβοντας τα χέρια της η οικοδέσποινα...
Καλέ, τι αρκούδες και βουνά, ένας καλοσυνάτος θαλάσσιος ελέφαντας είναι, με ένα δόντι λειψό στην κάτω γνάθο. Τα σαρκώδη χείλη, όσο ήταν κλειστά, προφύλασσαν τους θεατές από δυσάρετες εκπλήξεις. Τα τόσα χαμόγελα όμως πρόδωσαν το οδοντιατρικό του ιστορικό.
-..ο εξαίρετος αυτός συνάδερφος θα μας μιλήσει για εργασία και σχόλη, ανεργία και πλήξη, παρόν, παρελθόν και μέλλον, πρωτοπορεία, κινηματογράφο και πολιτική, ζωγραφική, γραφή και μετα-γραφή, νεωτερικότητα και μετα-νεωτερικότητα, μετα-φορντισμό, παραστάσεις, αναπαραστάσεις, ετερότητα, σχέσεις ηγεμονίας και υποταγής, διακρίσεις, αντι-διακρίσεις, παρα-διακρίσεις, ρατσισμούς και άλλα διάφορα, μη διστάζετε να ρωτάτε, μόνο λίγοι οι τυχεροί, οι εδώ παρευρισκόμενοι αυτές τις μέρες.
Χειροκροτήματα. Κι άλλα χειροκροτήματα. Η οικοδέσποινα του απευθύνει το λόγο, να πει κι αυτός κάτι εισαγωγικό. Με τα σαλιωμένα του χείλια και το κολλώδες του πλατύ μονόδοντο χαμόγελο ψελλίζει κάτι για μια αναδρομική, ολική, συνολική και με νέες οπτικές γωνίες και νοηματικές επαναστάσεις ανασκόπιση του κόσμου στην πραγματική και φαντασιακή του διάσταση... Πέφτουν βροχή οι αναφορές σε Φουκώ, Ντεριντά, και κάτι άλλα ονόματα, μερικά ισπανόφωνα κι άλλα αμερικανικά σε -ωφ και -ινσκυ, προφανώς Ασκενάζυ ανατολικοευρωπαικής προέλευσης, που τα έχει πάρει το μάτι σου εδώ κι εκεί σε πολλά άρθρα.
Έξω θα έχει πέσει πια το σούρουπο. Φαντάζεσαι τα χρώματα της νεαρής νύχτας, τα αχνά φώτα της γέφυρας Ροσάριο-Βικτώρια στο βάθος, το κράξιμο των πουλιών, τα λιβάδια απέναντι, τα νησιά του Ρίο Παρανά, που δεν θα είναι πια πράσινα, αλλά μωβ, ή κιόλας μαύρα... Κλείνεις τα μάτια και βλέπεις να περνάει από μπροστά σου η μαούνα που κάθε απόγευμα μπαίνει άδεια προς την ενδοχώρα, Σάντα Φε, ανεβαίνοντας το πλατύ ποτάμι και βγαίνει λίγες ώρες μετά βαριά, φορτωμένη με τόνους σόγιας που έχουν μεταλλάξει βιολογικά τα χημικά εργαστήρια φυτεμένα κι αυτά μέσα στα απέραντα αργεντίνικα τσιφλίκια και προωρίζονται για την Κίνα...
Ανοίγεις τα μάτια. Επανέρχεσαι στην αίθουσα. Πόση ώρα να έχει περάσει; Ακούς αφηρημένη τον απόηχο των λόγων του καθηγητή.
-...ο Ντιέγκο Ριβέρα στο Ντιτρόητ, η Φρίντα Κάλο, αν δεν το ξέρατε απέβαλε εκεί... Και τώρα κάποια στιγμιότυπα από μια κουβανική ταινία του 1972... και μετά πάλι θα έρθουμε στα δικά μας να μιλήσουμε για τους σύγχρονους καταπιεσμένους και την εκδίκηση της ιστορίας...
Κρατάς το μολύβι στο χέρι χαλαρά αποφασίζεις ότι καλό θα ήτανε να πιάσεις τουλάχιστον κάποιες λέξεις-κλειδιά. Θα μπορούσες να τις ενσωματώσεις στα άρθρα σου... Όμως το χέρι σου μουτζουρώνει μονάχα μια άκρη του χαρτιού και σαν να έχει αρχίσει να ζωγραφίζει λουλουδάκια. Η τραγουδιστή προσωδία, το ένα και μοναδικό πλατύ, υγρό, μελωμένο και κολλώδες χαμόγελο, που έρχεται και ξαναφεύγει, η μονότονη φωνή, οι κινήσεις διευθυντή ορχήστρας σε κάνουν, σε αυτή την ώρα της χώνεψης, να βυθίζεσαι σε μια παραζάλη, γλυστράς όλο και περισσότερο στην ξύλινη πολυθρόνα, ψάχνεις με μικρές κι ανεπαίσθητες κινήσεις της λεκάνης και της σπονδυλικής στήλης την πιο άνετη στάση, έναν τρόπο να στηρίξεις το κεφάλι με το χέρι που σου φαίνεται ολοένα βαρύτερο, σαν να πρέπει να το βαστάς γιατί θα πέσει.
Ο καθηγητής συνεχίζει:
-...μπορείτε να μου μιλάτε στον ενικό και να εκφέρετε όποια άποψη θέλετε, όλα είναι δεκτά και θεμιτά, αφού όλα είναι πιθανά... η απόσταση που χωρίζει το σωστό από το λάθος είναι πάρα πολύ μικρή, απειροελάχιστη και καμιά φορά αόρατη, αδιόρατη ήθελα να πω... το ίδιο ισχύει και για τη βία, τα όρια της μη βίας είναι ρευστά και ορισμένες λέξεις από τη φύση τους και μόνο είναι βία, το ίδιο ισχύει και για την παρουσία και την μη παρουσία και το αν είμαι εδώ ή δεν είμαι θα μου το πείτε εσείς...
Οι κουβέντες του μοιάζουν με μιαν ατέλειωτη ουρά, με μία από εκείνες τις κορδέλλες που οι ταχυδακτυλουργοί βγάζουν μέσα από ένα καπέλο, ή με ένα φίδι χωρίς κεφάλι, χωρίς αρχή και τέλος... Μισοκλείνεις τα μάτια και μεταφέρεσαι σ' ένα τσίρκο. Ο κύριος Ράμος βγάζει από το καπέλο του εκκατομύρια μαντηλάκια το ένα δεμένο με το άλλο και ύστερα λαγούς, περιστέρια και άλλα περίεργα δίποδα ή τετράποδα... Δεν μπορείς πια να σταματήσεις τη ζαλάδα που έρχεται γλυκά γλυκά και σε συνεπαίρνει, σε παρασέρνει, σε μεταφέρει σε ένα λίμπο... Πετάς πάνω από τη γέφυρα του Ρίο Παρανά, βλέπεις τη μαούνα με τη σόγια να απομακρύνεται, χαμηλώνεις και με τις άκρες των δακτύλων σου αγγίζεις το καφε-πράσινο νερό... Ωωω, να οι αλιγάτορες που σε κοιτάζουν γραπωμένοι πάνω στα ξερά κλαδιά που κατεβαίνουν με το ρεύμα ως εδώ από τους παραποτάμους του Αμαζονίου, όπως σου είχε εξηγήσει μια μέρα ένας ψαράς. Κάτω από την επιφάνεια διακρίνεις τα παχύδερμα σουρουμπί, δύο με τρία μέτρα μήκος, με τα πρησμένα μάτια τους να κολυμπάνε ατάραχα...
Τα βλέφαρά σου πέφτουνε, προσπαθείς να τα συγκρατήσεις αλλά δεν μπορείς. Με μιας αφήνεις το βαρύ σου κεφάλι να πέσει πάνω στο θρανίο... Ένας φοβερός γδούπος ακούγεται που σε ταράζει κι ένας πόνος στο μέτωπό σου. Όλοι έχουν γυρίσει και σε κοιτάζουν, θόρυβος, κουβέντες. Μα, τι συνέβει πια;
Χριστίνα Κόμη
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Χριστίνα Κόμη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969. Τελείωσε τη Νομική στο Πανεπiστήμειο Θεσσαλονίκης και από το 1993 ζει κι εργάζεται στο εξωτερικό: Σουηδία, Ισπανία, Αργεντινή, Γαλλία. Μιλά έξι γλώσσες. Από το 1993 μέχρι το 1999 μετέφρασε στα ελληνικά, μεταξύ άλλων, διηγήματα και νουβέλες ισπανόφωνων συγγραφέων (Κάρλος Φουέντες, για τις εκδόσεις Θεμέλειο και Καστανιώτημ Σολεδάδ Πουέρτολας για τις εκδόσεις Σελας).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου