Η επιστροφή του ασώτου: Το σκοτεινό διήγημα που ανατρέπει την πιο γνωστή παραβολή
Όταν ο Μάνος ζήτησε το μερίδιο της κληρονομιάς του, δεν το έκανε από απληστία. Το έκανε από μια απεγνωσμένη ανάγκη να ανασάνει. Η έπαυλη των παιδικών του χρόνων, πνιγμένη στο μάρμαρο, τη βαριά σιωπή και την ακλόνητη, αυταρχική φιγούρα του πατέρα του, έμοιαζε με χρυσό κλουβί. Ο μεγάλος του αδελφός, ο Άρης, είχε ήδη υποταχθεί· είχε γίνει η πιστή σκιά του πατέρα, ένας στρατιώτης της οικογενειακής επιχείρησης, πρόθυμος να ανταλλάξει την προσωπικότητά του με την ασφάλεια των χρημάτων. Ο Μάνος πήρε τις τραπεζικές επιταγές και έφυγε για τη μεγάλη πόλη. Για δύο χρόνια, έζησε με την ψευδαίσθηση της απόλυτης ελευθερίας. Ξόδεψε τα πάντα σε λαμπερές νύχτες, εφήμερους φίλους, ακριβά ποτά και επενδύσεις που κατέρρευσαν σαν χάρτινοι πύργοι. Όταν τα χρήματα τελείωσαν, εξαφανίστηκαν και οι φίλοι. Ο χειμώνας τον βρήκε να κοιμάται στο πίσω δωμάτιο ενός άθλιου