Μικρός Απρίλης ζήλεψε, του Μάη τα στεφάνια,
στους άλλους μήνες πού’δειχνε, αυτός με περηφάνια.
Τα χρώματα, τ’αρώματα, το μυρωμένο αγέρι,
της θάλασσας τον ψίθυρο, στου Μάη το μεσημέρι.
Ζήλεψε τα γαρύφαλλα, τα ρόδα και τα κρίνα,
Μικρός Απρίλης ζήλεψε, του Μάη τα στεφάνια,
στους άλλους μήνες πού’δειχνε, αυτός με περηφάνια.
Τα χρώματα, τ’αρώματα, το μυρωμένο αγέρι,
της θάλασσας τον ψίθυρο, στου Μάη το μεσημέρι.
Ζήλεψε τα γαρύφαλλα, τα ρόδα και τα κρίνα,
Μ’ ΕΚΕΙΝΟΥ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΤΑ ΜΑΤΙΑ
Στις μυρωδιές του άγιου Απρίλη, σ’αναζήτησα,
στη χαρμολύπη της Μεγάλης εβδομάδας.
Σ’ύμνους που έψαλλε, κάποια γριά Πολίτισα,
το φως κοιτάζοντας, Λαμπριάτικης λαμπάδας.
Στου Επιτάφιου τα Εγκώμια, σε γύρεψα,
Του Κώστα Δρουγαλά
«Έρχεται συμφορά μεγάλη», συμπέρανε η βάβω μου κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο τα μολυβένια σύννεφα.
«Άλλα θα ’λεγες αν ήσουν ακόμη στα χωράφια», της είπα.
«Συμφορά είναι, άκου που σου λέω. Βγήκε πάλι παγανιά».
«Ποιος βγήκε παγανιά; Τι ανοησίες λες πάλι;»
Σήκωσε το ζαβό της χέρι.
Της Χριστίνας Κόμη
Η μέρα ήταν ξεχωριστή. Η ώρα είχε φτάσει. Κι εσύ ήσουν ανάμεσα στους τυχερούς, σου είχανε πει, στους λίγους που είχαν γίνει δεκτοί για αυτό το εξαιρετικό σεμινάριο. Είχαν λάβει την περίληψη της διδακτορικής σου διατριβής και είχανε πει πως ναι, για να μπορέσεις, ως αλλοδαπή, να ενσωματωθείς στο μετα-διαδακτορικό πρόγραμμα και να έχεις ελπίδες διδασκαλίας, αυτή η μάστερ κλας, μεταξύ άλλων, θα σου ήταν απαρραίτητη. Τα τελευταία σου άρθρα δεν είχαν γίνει δεκτά γιατί δεν
Πρωτοχρονιάτικο διήγημα αναμνήσεων του συγγραφέα, ακαδημαϊκού και στρατιωτικού γιατρού Παύλου Νιρβάνα (φιλολογικό ψευδώνυμο του Πέτρου Αποστολίδη, 1866-1937).
Το πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου ’πεσε -ένα αληθινό φλουρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο, πριν φτωχύνει ακόμη, όπως φτώχυνε - στα υστερνά του, συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπιτιού μας μια χρυσή εγγλέζικη λίρα- βγήκε μοιρασμένο.
Πώς έρχονται τα πράματα καμιά φορά!
Ο πατέρας μου, όρθιος μπροστά στο
Του Αχιλλέα ΙΙΙ
Περίπου τρία χρόνια εργαζόταν ο Τρύφωνας ως υπάλληλος μιας εταιρείας διαχείρισης κατοικιών βραχυχρόνιας μίσθωσης. Δουλειά του ήταν κυρίως να υποδέχεται τους επισκέπτες για λογαριασμό των απόντων ιδιοκτητών, να παραδίδει σε αυτούς τα κλειδιά των διαμερισμάτων που είχαν κλείσει στο κέντρο της πόλης μέσω κάποιας ιστοσελίδας και να παρέχει μερικές βασικές χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τη διαμονή τους στο κατάλυμα και στη
Tα Χριστούγεννα του 1941 ήταν από τα πιο τραγικά στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία.
Μια χώρα κατακτημένη. Κάτω από την μπότα της τριπλής κατοχής, γερμανικής, ιταλικής, βουλγαρικής.
Κι ένας λαός, νικητής μόλις πριν από ένα χρόνο εκεί στα βουνά της Αλβανίας, τώρα ταπεινωμένος και πεινασμένος.
Άνδρες, γυναίκες και παιδιά, κυρίως παιδιά, άφηναν την τελευταία τους πνοή στα πεζοδρόμια της πρωτεύουσας μπροστά στα μάτια των ανήμπορων περαστικών που δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα γιατί κι αυτοί πεινούσαν…
Οι πρώτες ελλείψεις και τα
Του Πέτρου Μαυρίδη
Θα παίζω πάντα εκείνο το παιχνίδι που δεν ξέρω τους κανόνες
του. Θα μπαρκάρω στο καράβι που δεν πιάνει σε λιμάνι.
ή
je t’ai somnambulé avec moi jusqu’au précipice
Σπάω γραμμές, καταπίνω με κόκα-κόλα μωβ χαπάκια σε σχήμα νεκροκεφαλής, στις μαύρες σακούλες σκουπιδιών που κατεβάζω στην πίσω αυλή του κτηρίου όπου μένω προσωρινά, πάντα κροταλίζουν άδεια μπουκάλια, σνιφάρω πόπερς, πού και πού πίνω το τσάι μου με λίγο τζι. Με άλλα λόγια -ή, καλύτερα, έτσι όπως το καταλαβαίνω εγώ-, προσπαθώ να γραπωθώ στο παρόν, να το διαστείλω, να ανοίξει μια ρωγμή στην