ΣΤΕΙΛΤΕ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΚΕΙΜΕΝΑ

Ιστορίες σε εξέλιξη. Κάθε ανάρτηση,συνέχεια της ιστορίας. Η συνέχεια των ιστοριών θα ανεβαίνουν καθημερινά. Μπορείτε να στέλνετε τις δικές σας ιστορίες στο tinios60@gmail.com Με την Ένδειξη για Ανάρτηση

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

ΚΑΙ ΣΥ ΤΕΚΝΟΝ ΤΖΟΡΝΤΑΝ ( Ξαναγραμμένο από την αρχή το μυθιστορημα)

 Οι τελευταίες σταγόνες της ξαφνικής καλοκαιριάτικης μπόρας θύμιζαν έντονα τους στερνούς σπασμούς μιας βίαιης εκσπερμάτωσης. Ήρεμες, γαλήνιες, χαλαρωτικές, μα και μ’ αυτή την αίσθηση κενού που πάντα ακολουθεί το τέλος του οργασμού .Ο αέρας μύριζε βρεγμένο τσιμέντο, ζεστή άσφαλτο και εκείνη την αποπνικτική υγρασία που σηκώνεται από τους δρόμους της Αθήνας κάθε Αύγουστο, πνίγοντας τα πνευμόνια.

«Το πιο άχρηστο πράγμα στο κόσμο είναι η ομπρέλα», σκέφτηκε ο Τζόρνταν, καθώς κοίταζε το φτηνό νάιλον ύφασμα να στάζει πάνω στα παπούτσια του. «Ποτέ δεν την έχεις όταν τη χρειάζεσαι, κι όταν την κουβαλάς σα μαλάκας, ποτέ δε βρέχει» 

Κούνησε το κεφάλι του με εκνευρισμό. Αυτό το ψευδώνυμο, «Τζόρνταν». Του το είχαν κολλήσει στο γυμνάσιο στην Κοκκινιά, τότε που προσπαθούσε να μιμηθεί τις κινήσεις των Αμερικανών μπασκετμπολιστών στα τσιμεντένια γήπεδα της γειτονιάς, και του ’μεινε από τότε . 

Του άρεσε; Ίσως. Έκρυβε μια αστική μαγκιά που τον απομάκρυνε από τη βαριά κληρονομιά του ονόματός του. Ιορδάνης  Το όνομα του παππού απ’ τη Σμύρνη, που ο ξεριζωμός του ’22 τον έβγαλε στην Τήνο, δεκαεφτάχρονο παλικάρι  Έναν αιώνα μετά, ο Τζόρνταν ένιωθε ακόμα στα οστά του την υγρασία εκείνης της προσφυγιάς, λες και το DNA κουβαλούσε την αλμύρα του Αιγαίου και τον καπνό της καταστροφής.

Ένα κίτρινο Skoda σταμάτησε απότομα μπροστά του, αφήνοντας έναν ήχο από φθαρμένα φρένα να σκίσει την ησυχία του δρόμου.

Κορυδαλλό;, ρώτησε τον ταξιτζή, ακουμπώντας το χέρι του στο μισοκατεβασμένο παράθυρο. Το τζάμι ήταν ζεστό και κολλώδες. 

Βολεύει, τ’ απάντησε αυτός, χωρίς καν να τον κοιτάξει. Οι κύριοι πάνε Προφήτη Ηλία 

«Την τύχη μου!», μουρμούρισε μέσ’ απ’ τα δόντια του, «ανέβα κατέβα το βουνό!» 

 Κοίταξε τους άλλους δύο συνεπιβάτες στο πίσω κάθισμα – δύο άντρες με βλέμμα απλανές, που έμοιαζαν να έχουν βουλιάξει στη δική τους καθημερινή μιζέρια. Ο ουρανός όμως φόρτωνε επικίνδυνα, με βαριά, μολυβένια σύννεφα που υπόσχονταν κι άλλη νεροποντή, και δεν είχε καμία όρεξη για άλλη ψυχρολουσία 

Έβγαλε απ’ την τσέπη το κινητό. 

Μία αναπάντητη κλήση. «Τι διάολο, πως δεν το άκουσα», αναρωτήθηκε. 

«Πεθερούλα», έδειξε η οθόνη! 

Γιορτή δεν ήταν, κι η γριά μόνο για καλό δεν θα έπαιρνε. Υπήρχε μια βαθιά, αμοιβαία αντιπάθεια μεταξύ τους, από εκείνες που δεν χρειάζονται λογικά επιχειρήματα για να συντηρηθούν. Έτσι απλά, χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο. Θέμα χημείας. Δύο διαφορετικοί κόσμοι που αναγκάζονταν να συνυπάρξουν στην ίδια οικογενειακή φωτογραφία.

Πάτησε το πράσινο κουμπί στην οθόνη αφής και την κάλεσε, περιμένοντας να ακούσει τον ήχο της σύνδεσης σαν να περίμενε το σήμα για την έναρξη μιας γνώριμης μάχης.

— Ναι!, ακούστηκε αμέσως απ’ την άλλη άκρη η τσιριχτή, κουραστική φωνή της, που έμοιαζε να βγαίνει μέσα από σκουριασμένο γραμμόφωνο.

— Έλα μάνα!, πήρε το πιο γλυκό, καταδεκτικό του ύφος ο Τζόρνταν, επιστρατεύοντας όλη την επαγγελματική του υποκριτική ως ασφαλιστής. Μόλις είδα την κλήση σου. Δεν το άκουσα να χτυπάει μέσα στη φασαρία του δρόμου. Συμβαίνει κάτι; Ανησύχησα.

— Καλά είμαστε, δόξα τω Θεώ!, απάντησε εκείνη, αν και ο τόνος της δεν άφηνε κανένα περιθώριο για πραγματική ευγνωμοσύνη. Έτσι πήρα, να δω τι κάνετε, και να σου πω για το μνημόσυνο του Κωσταντή.

Στο μυαλό του Τζόρνταν άρχισαν αμέσως να περιστρέφονται χιλιάδες δικαιολογίες, σαν γρανάζια σε καλολαδωμένη μηχανή, πασχίζοντας να διαλέξει την πιο πειστική, εκείνη που δεν θα άφηνε περιθώρια για αντίλογο. Το είχε αυτό το Ναπολεόντειο χάρισμα. Την ικανότητα, δηλαδή, να επεξεργάζεται δεκάδες διαφορετικές πληροφορίες ταυτόχρονα, να ζυγίζει τις συνέπειες και να χτίζει ένα πιστευτό ψέμα μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου.

— Την Κυριακή είναι, συνέχισε η γριά, χωρίς να περιμένει την απάντησή του, στ’ Απεράθου. Θα κατέβετε;

— Να ’ξερες πόσο θα το ’θελα, ψέλλισε με έναν επίπλαστο αναστεναγμό που κόντεψε να πνίξει το ίδιο του το σάλιο. Ξέρεις δα πόσο τον αγαπούσα τον Κωσταντή! Όμως δύσκολο το βλέπω. Είδα και τη μικρή ζαβλακωμένη το πρωί, να παραπονιέται για το αυτί της. Θα την τριγυρίζει πάλι καμιά ωτίτιδα! Χώρια που έχω και κάτι κρίσιμα ραντεβού το Σάββατο για δουλειά, από εκείνα που αν τα χάσεις, χάνεις τη χρονιά.

Έκανε μια μικρή παύση, κρατώντας την ανάσα του, για να μετρήσει την αντίδρασή της και να καταλάβει αν το δόλωμα είχε πιάσει.

— Εσείς ξέρετε, τ’ απάντησε κοφτά, και η φωνή της πάγωσε τη ζέστη μέσα στο αυτοκίνητο. Κανονικά θα έπρεπε να ’ρθείτε.

«Ας μην έρθει κι αυτός στο δικό μου», μονολόγησε από μέσα του με μια παράξενη, μακάβρια σκέψη που του πέρασε αστραπιαία από το μυαλό, σαν να μην άνηκε στον ίδιο αλλά σε κάποιον ξένο.

— Θα δούμε μάνα πώς θα πάει η μικρή, αν μπορεί κι η Δήμητρα... Θα δούμε!

— Τέλος πάντων, σκεφτείτε το, διέταξε ξερά.

— Εντάξει μάνα. Καλό βράδυ, και χαιρετίσματα στον πατέρα!

— Καλό βράδυ! Να μου φιλήσεις τα παιδιά!

Έκλεισε τη γραμμή και έβαλε το κινητό στην τσέπη του σακακιού του.

«Χέσε μας, Ειρήνη», μουρμούρισε, κουνώντας το κεφάλι του με αγανάκτηση. «Δεκαπέντε ώρες ταξίδι, πήγαιν’-έλα στη Νάξο, για ένα μνημόσυνο»!

Τα μνημόσυνα ήταν για την πεθερά του κάτι σαν τους γάμους και τις βαφτίσεις. Καλύτερα ίσως! Είχε μετατρέψει το πένθος σε κοινωνικό γεγονός. Έψαχνε όλη τη βδομάδα τις κολώνες και τις εκκλησιές του νησιού, πού είχε μνημόσυνο το Σαββατοκύριακο. Κι αν δεν είχε κανένα —πράγμα σπάνιο βέβαια για τα δεδομένα του χωριού— έπεφτε σε βαριά κατάθλιψη, λες και η έλλειψη μαύρων ρούχων και κολλύβων της στερούσε το μοναδικό νόημα της ύπαρξής της.

Η βροχή έξω ξανάρχισε να δυναμώνει, χτυπώντας ρυθμικά και εκνευριστικά πάνω στην οροφή του ταξί. Κοίταξε απ’ το παράθυρο τους ταλαίπωρους πεζούς στο πεζοδρόμιο, που προσπαθούσαν να προφυλαχτούν όπως όπως κάτω από τέντες και υπόστεγα, με τα ρούχα τους να κολλάνε πάνω στο δέρμα τους από την ξαφνική νεροποντή.


Η κοπέλα απ’ την τεράστια αφίσα, που διαφήμιζε προκλητικά εσώρουχα, σαν να του φάνηκε πως του έκλεισε το μάτι πονηρά μέσα από το πέπλο της βροχής  Το βλέμμα της, καθηλωτικό και γεμάτο υποσχέσεις, έμοιαζε να τρυπάει το λασπωμένο τζάμι του Skoda, φέρνοντας μια ξαφνική, σχεδόν απαγορευμένη ζέστη μέσα στην παγωνιά του αυτοκινήτου.

«Ρε πούστη μου», ψιθύρισε τόσο σιγανά που παραξενεύτηκε πώς τον άκουσε ο ταξιτζής μέσα στον θόρυβο της μηχανής και των υαλοκαθαριστήρων που έτριζαν ρυθμικά. «Υπάρχουν και στην πραγματική ζωή τέτοιες γυναίκες;» 

— Υπάρχουν, υπάρχουν! Απάντησε ο ταξιτζής, πετώντας μια γρήγορη, πονηρή ματιά στον κεντρικό καθρέφτη . Το πρόσωπό του, αυλακωμένο από τα χρόνια στο τιμόνι, πήρε μια έκφραση δήθεν σοφίας. Υπάρχουν για να μας κολάζουν! 

«Ωχ! Σε θεούσο πέσαμε!», σκέφτηκε ο Τζόρνταν, νιώθοντας έναν κόμπο στο στομάχι και μετανιώνοντας την ίδια στιγμή που σκέφτηκε φωναχτά

— Κι αυτοί οι αλήτες στην τηλεόραση, συνέχισε εκείνος, χτυπώντας με νεύρο τον δείκτη του χεριού του πάνω στο τιμόνι, όλο μας τσιγκλάνε τα κατώτερα ένστικτα! Είναι σωματική ανάγκη, μας λένε, δεν μπορείς χωρίς σεξ! Το ξέρουμε ρε! Και το φαΐ είναι, και το κατούρημα! Δεν μας λέτε όμως, «πρέπει να φάτε ή να κατουρήσετε»! 

Οι καλοντυμένοι μεσήλικες συνεπιβάτες στο πίσω κάθισμα έδειξαν να συμφωνούν, κουνώντας τα κεφάλια τους με εκείνη τη γνωστή, πουριτανική ανωτερότητα των ανθρώπων που έχουν ξεχάσει τι σημαίνει πάθος 

— Σημεία παρακμής, αποφάνθηκε ο μεγαλύτερος, ισιώνοντας τον γιακά του σακακιού του με μια κίνηση γεμάτη στόμφο. Στην εποχή μας, και το γόνατο ακόμα της γυναίκας, δύσκολα το βλέπαμε! 

Ο Τζόρνταν γύρισε και τον κοίταξε απότομα . Το βλέμμα του σκάναρε το γερασμένο αλλά καλοδιατηρημένο πρόσωπο του άντρα. Δεν του φάνηκε πάνω από εξήντα 

«Τι διάολο, στην Ιορδανία ζούσε;», σκέφτηκε με μια δόση καθαρού σαρκασμού «Οι γυναίκες στην Ευρώπη τα έχουν πετάξει όλα έξω, απ’ τη δεκαετία του '60»! 

Έκλεισε τα μάτια και σταμάτησε να παρακολουθεί την ανιαρή, υποκριτική συζήτηση, βυθίζοντας το μυαλό του στο σκοτάδι  

Η κοπέλα της αφίσας, όμως, ξανάρθε ολοζώντανη, πίσω απ’ τα κλειστά του βλέφαρα .Το άρωμά της, αν και ανύπαρκτο, έμοιαζε να γεμίζει τα πνευμόνια του. Άρχισε να φαντασιώνεται πρωτόγνωρα ερωτικά παιχνίδια μαζί της, νιώθοντας το δέρμα του να καίει , και ένοιωσε να ερεθίζεται έντονα !

Ξανάνοιξε τα μάτια τρομαγμένος, καθώς μια ξαφνική αίσθηση ντροπής τον επανέφερε στην πραγματικότητα .

«Αυτό μας έλειπε, σκέφτηκε, να γίνουμε ρόμπα μπροστά τους!» 

 


Μετακινήθηκε λίγο για να κρύψει τον ερεθισμό του. Με μια γρήγορη και κάπως σπασμωδική κίνηση, σήκωσε το χαρτοφύλακα στα γόνατα του, προσποιούμενος πως ψάχνει τα έγγραφά του . Ένα μεγάλο μέρος του προβλήματος είχε λυθεί. Όχι όμως το μεγαλύτερο ! Η ερωτική διάθεση, εξακολουθούσε απτόητη να πιέζει το παντελόνι του, υπενθυμίζοντάς του με τον πιο άβολο τρόπο τη ζωώδη φύση του 

Ανάμεσα στον Νίτσε και την Πίστη: Η τελική επιλογή ενός φιλολόγου ( Διήγημα)

Ανοιχτό βιβλίο με ελληνικό κείμενο πάνω σε ξύλινο τραπέζι, διακοσμημένο με ξύλινα χριστουγεννιάτικα στοιχεία, για το διήγημα «Ανάμεσα στον Νίτσε και την Πίστη».

Κεφάλαιο 1: Η Σκόνη των Βιβλίων και της Ψυχής

Στα σαράντα του χρόνια, ο Σταύρος ένιωθε τη ζωή του σαν ένα κακώς μεταφρασμένο κείμενο. Ήταν καθηγητής φιλολογίας σε ένα δημόσιο λύκειο της Αθήνας. Οι μέρες του κυλούσαν ανάμεσα σε εφηβικές φωνές, διορθώσεις γραπτών με κόκκινο στιλό και αναλύσεις αρχαίων κειμένων.
Το πραγματικό του πεδίο μάχης, όμως, βρισκόταν στο σπίτι του. Το γραφείο του ήταν ένας ζωντανός καθρέφτης της διχασμένης του ψυχής. Στα αριστερά ράφια, οι τόμοι των Πατέρων της Εκκλησίας και η Αγία Γραφή. Στα δεξιά, ο Νίτσε, ο Καμύ και οι σύγχρονες θεωρίες της

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Μια Απλώστρα Γεμάτη Εκατομμύρια (Ιστορία Μαύρου Χιούμορ)

«Μπαλκόνια παλιάς πολυκατοικίας με απλωμένα ρούχα και σεντόνια, που αποτελούν το σκηνικό για το χιουμοριστικό διήγημα Μια Απλώστρα Γεμάτη Εκατομμύρια.»

Ο Μπάμπης καθόταν στην άκρη της ταράτσας. Κρατούσε ένα μισοφαγωμένο σουβλάκι στο ένα χέρι. Στο άλλο κρατούσε έναν πυροκροτητή.

«Όλα τα θυμάμαι σου λέω!» ούρλιαξε στο τηλέφωνο.
«Μπάμπη, ηρέμησε», ακούστηκε η φωνή του συνεργάτη του από το ακουστικό. «Έχεις Αλτσχάιμερ σε αρχικό στάδιο. Ο γιατρός είπε...»
«Ο γιατρός είναι στημένος από την κυβέρνηση!» τον διέκοψε ο Μπάμπης. Έκανε μια γουλιά από την παγωμένη του μπίρα. «Θυμάμαι τη βάπτισή μου. Θυμάμαι που ξέχασες να μου επιστρέψεις εκείνο το πενηντάρικο το 1994. Και κυρίως, θυμάμαι πού κρύψαμε τα λύτρα από τη ληστεία της τράπεζας!»
«Μπάμπη... τη ληστεία την κάναμε σήμερα το πρωί. Πριν δύο ώρες!»
Ο Μπάμπης κοίταξε τον σάκο με τα εκατομμύρια δίπλα στα πόδια του. Μετά κοίταξε κάτω. Ο δρόμος ήταν γεμάτος περιπολικά. Οι σειρήνες έσκουζαν.
«Λεπτομέρειες!» είπε ο Μπάμπης και πέταξε το αλουμινόχαρτο από το σουβλάκι.
Ξαφνικά, η πόρτα της ταράτσας έσπασε με πάταγο. Τρεις πάνοπλοι αστυνομικοί των ΕΚΑΜ όρμησαν έξω.
«Ψηλά τα χέρια!» φώναξε ο πρώτος.
Ο Μπάμπης, με τα αντανακλαστικά ενός ανθρώπου που έχει επιζήσει από τρεις χρεοκοπίες και δύο γάμους, έκανε μια θεαματική πιρουέτα. Γλίστρησε πάνω στα λάδια της ψησταριάς του ορόφου. Έπεσε με την πλάτη, αλλά κατάφερε να κλοτσήσει τον πρώτο αστυνομικό στα καλάμια.
Με μια απελπισμένη κίνηση, άρπαξε τον σάκο με τα λεφτά και πήδηξε στο διπλανό μπαλκόνι. Η απόσταση ήταν δύο μέτρα. Για έναν εβδομηντάχρονο, έμοιαζε με τον Ατλαντικό Ωκεανό.
Η προσγείωση, όμως, δεν πήγε βάσει σχεδίου. Αντί για το πάτωμα, ο Μπάμπης έπεσε με ορμή πάνω σε μια στιβαρή, μεταλλική απλώστρα γεμάτη σεντόνια και βαριά ρούχα. Το πόδι του μπερδεύτηκε σε ένα χοντρό σχοινί, η απλώστρα αναποδογύρισε και, πριν καταλάβει τι συμβαίνει, βρέθηκε να κρέμεται ανάποδα στο κενό, ανάμεσα στον δεύτερο και τον πρώτο όροφο.
«Ρε παιδιά, μισό λεπτό, πονάει η μέση μου!» γόηξε ο Μπάμπης καθώς αιωρούνταν σαν εκκρεμές.
Καθώς κρεμόταν ανάποδα, το φερμουάρ του σάκου υποχώρησε. Χιλιάδες χαρτονομίσματα των 50 ευρώ άخرισαν να πέφτουν βροχή στον γεμάτο κόσμο δρόμο. Από κάτω, περαστικοί, οδηγοί ταξί και θαμώνες της καφετέριας κοίταξαν ψηλά, είδαν τα λεφτά να πέφτουν σαν χιόνι και άρχισαν να πανηγυρίζουν έξαλλα, τρέχοντας να μαζέψουν όσα περισσότερα μπορούσαν. Οι αστυνομικοί προσπαθούσαν μάταια να συγκρατήσουν το πλήθος, ενώ ο κόσμος νόμιζε ότι πρόκειται για κάποιου είδους εκκεντρική διαμαρτυρία.
Μέσα στο χάος, το τηλέφωνο που ήταν σφηνωμένο στο αυτί του Μπάμπη ακόμα δούλευε. «Μπάμπη; Ζεις; Πού είναι τα λεφτά;»
Ο Μπάμπης, βλέποντας τον κόσμο από κάτω να μαζεύει τα ευρώ, ένιωσε μια βαθιά, μελαγχολική θλίψη να τον κυριεύει για την απώλεια της περιουσίας του. Όμως, καθώς το αίμα ανέβαινε στο κεφάλι του, η μνήμη του έκανε πάλι ένα περίεργο παιχνίδι.
«Τι λεφτά;» ρώτησε με απόλυτη ειλικρίνεια. «Ποιος είσαι εσύ; Και γιατί ο κόσμος από κάτω με χειροκροτεί ενώ κρέμομαι σαν το σαλάμι;»
«Μπάμπη, μην αρχίζεις πάλι...»
«Όλα τα θυμάμαι σου λέω!» φώναξε ο Μπάμπης στους αστυνομικούς που τον κοιτούσαν έκπληκτοι από το πάνω μπαλκόνι. «Εκτός από το πώς βρέθηκα να κάνω ακροβατικά στην Κυψέλη».

Η Τελευταία Δοκιμασία (Μικρό Διήγημα Μυστηρίου)

Πανύψηλη παλιά βιβλιοθήκη με δερματόδετα βιβλία στα ράφια και μια ξύλινη σκάλα, που αντιπροσωπεύει την Κρύπτη των Ψιθύρων από το διήγημα Η Τελευταία Δοκιμασία.
«Αυτή η βιβλιοθήκη δεν κρύβει βιβλία, Μάρκο. Κρύβει τις ζωές όλων όσων απέτυχαν...»
Η σκόνη χόρευε στο λιγοστό φως που έμπαινε από το στενό παράθυρο. Ο Μάρκος στεκόταν μπροστά στην πόρτα από σφυρήλατο σίδερο. Το ρολόι στην τσέπη του μετρούσε αντίστροφα. Είχε ακριβώς δέκα λεπτά. Αυτή ήταν η τελευταία δοκιμασία για να γίνει δεκτός στην Κρύπτη των Ψιθύρων.
Το δωμάτιο ήταν κυκλικό και άδειο. Στο κέντρο υπήρχε μόνο ένα πέτρινο βάθρο. Πάνω του αναπαυόταν ένα χάλκινο κουτί, καλυμμένο με παράξενα σύμβολα που έμοιαζαν να αλλάζουν σχήμα αν τα κοιτούσες για πολλή ώρα. Έκανε ένα βήμα μπροστά. Το πάτωμα έτριξε. Μια παγωμένη αύρα πέρασε από δίπλα του, φέρνοντας μαζί της έναν ήχο σαν μακρινό ψίθυρο.
«Μην το ανοίξεις», έμοιαζε να λέει η φωνή.
Ο Μάρκος κατάπιε τον

Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ( Διήγημα)

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ


“Πάλι εδώ είσαι;”, ρώτησε  η γριά τον απρόσμενο επισκέπτη.

Ο ηλικιωμένος άντρας δεν απάντησε, μόνο χαμογέλασε κάνοντας ταυτόχρονα μια κίνηση με τους ώμους, σαν να έλεγε, “πάλι!”.

“Ήθελα να ήξερα”, συνέχισε η γριά. “πότε επιτέλους θα το πάρεις απόφαση, πως δεν έχεις θέση εδώ! Είσαι πέντε χρόνια πεθαμένος! Το σώμα σου έχει λιώσει στον οικογενειακό μας τάφο και εσύ εκεί να επιμένεις!”.

Ο άντρας κάθισε στην άκρη του

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Τ΄ΑΠΡΙΛΗ ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ

Μικρός Απρίλης ζήλεψε, του Μάη τα στεφάνια,

στους άλλους μήνες πού’δειχνε, αυτός με περηφάνια.

Τα χρώματα, τ’αρώματα, το μυρωμένο αγέρι,

της θάλασσας τον ψίθυρο, στου Μάη το μεσημέρι.


Ζήλεψε τα γαρύφαλλα, τα ρόδα και τα κρίνα,

Μ’ ΕΚΕΙΝΟΥ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΤΑ ΜΑΤΙΑ

Μ’ ΕΚΕΙΝΟΥ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΤΑ ΜΑΤΙΑ


Στις μυρωδιές του άγιου Απρίλη, σ’αναζήτησα,

στη χαρμολύπη της Μεγάλης εβδομάδας.

Σ’ύμνους που έψαλλε, κάποια γριά Πολίτισα,

το φως κοιτάζοντας, Λαμπριάτικης λαμπάδας.


Στου Επιτάφιου τα Εγκώμια, σε γύρεψα,

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Άγρια κυνήγια (διήγημα)

Του Κώστα Δρουγαλά

«Έρχεται συμφορά μεγάλη», συμπέρανε η βάβω μου κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο τα μολυβένια σύννεφα.

«Άλλα θα ’λεγες αν ήσουν ακόμη στα χωράφια», της είπα.

«Συμφορά είναι, άκου που σου λέω. Βγήκε πάλι παγανιά».

«Ποιος βγήκε παγανιά; Τι ανοησίες λες πάλι;»

Σήκωσε το ζαβό της χέρι.

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Δειλός κι ασπόνδυλος


Ψάχνεις σημαίες ευκαιρίας, να πιαστείς,
μέςα σε όρια και ψεύτικες συμβάσεις.
Άβουλο θύμα, περιμένεις να υποστείς,
λοβοτομές και χειρουργείων επεμβάσεις.

Στων υποσχέσεων, δεσμώτης, τις κραυγές,