ΣΤΕΙΛΤΕ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΚΕΙΜΕΝΑ

Ιστορίες σε εξέλιξη. Κάθε ανάρτηση,συνέχεια της ιστορίας. Η συνέχεια των ιστοριών θα ανεβαίνουν καθημερινά. Μπορείτε να στέλνετε τις δικές σας ιστορίες στο tinios60@gmail.com Με την Ένδειξη για Ανάρτηση

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

«Το Χειροκρότημα της Μοναξιάς»: Ένα δραματικό διήγημα για το τίμημα της αλήθειας

Σιλουέτα τραγουδιστή με μικρόφωνο στην πίστα που παραπέμπει σε δραματικό διήγημα

Το φως του προβολέα έκαιγε το πρόσωπο του Διαμαντή, αλλά η πραγματική φωτιά έκαιγε μέσα του. 

Κάθε βράδυ στην πίστα, η φωνή του γινόταν όλο και πιο σίγουρη, το όνομά του άρχιζε να συζητιέται στα μουσικά γραφεία της Αθήνας, όμως η καρδιά του παρέμενε εκείνη ενός ντροπαλού παιδιού από την επαρχία. Οι εμπειρίες του με τις γυναίκες ήταν ελάχιστες, μετρημένες στα δαχτυλα του ενός χεριού. Για τον Διαμαντή, ο έρωτας δεν ήταν ένα παιχνίδι για τα καμαρίνια, αλλά ένα ιερό καταφύγιο.

Και μετά, εμφανίστηκε η Χριστίνα.
Γνωρίστηκαν ένα βροχερό βράδυ, μετά το πρόγραμμα. Είχε μια δωρική ομορφιά, μια φωνή βαθιά και βελούδινη που τον ηρεμούσε, και ένα βλέμμα που έμοιαζε να κουβαλάει μια κρυφή, αξιοπρεπή μελαγχολία. Την ερωτεύτηκε με την ορμή ανθρώπου που βρίσκει επιτέλους το λιμάνι του. Για έξι μήνες, η Χριστίνα ήταν η έμπνευσή του, η σκιά του στις πρόβες, η γυναίκα που τον έκανε να νιώθει ασφαλής. Η σχέση τους είχε μια σπάνια, σχεδόν πλατωνική τρυφερότητα. Έτσι, το πήρε απόφαση: αγόρασε ένα μικρό, διακριτικό δαχτυλίδι και αποφάσισε να τη ζητήσει σε γάμο το επόμενο σαββατοκύριακο.
Το πρωί της Πέμπτης, όμως, ο κόσμος του έγινε συντρίμμια.
Ο μάνατζέρ του εισέβαλε στο σπίτι του χωρίς να χτυπήσει, πετώντας πάνω στο τραπέζι το πρώτο φύλλο μιας γνωστής σκανδαλοθηρικής εφημερίδας. Ο τίτλος, με τεράστια, κραυγαλέα γράμματα, έγραφε: «Το κρυφό παρελθόν της συντρόφου του ανερχόμενου ειδώλου: Η Χριστίνα είναι τραβεστί!». Δίπλα, υπήρχαν φωτογραφίες από μια άλλη ζωή, χρόνια πριν, σε κακόφημα νυχτερινά μαγαζιά, κάτω από ένα διαφορετικό, ανδρικό όνομα.
Ο Διαμαντής ένιωσε το αίμα του να παγώνει. Τα αυτιά του άρχισαν να σφυρίζουν. Η γυναίκα που λάτρευε, η γυναίκα που ήθελε για μητέρα των παιδιών του, του είχε κρύψει τη μισή της ύπαρξη.
Το ίδιο βράδυ, η Χριστίνα τον περίμενε στο διαμέρισμά της, έχοντας ήδη δει το δημοσίευμα. Τα μάτια της ήταν κόκκινα από το κλάμα, αλλά δεν κρύφτηκε. Στάθηκε απέναντί του με ψηλό το κεφάλι.
«Ήθελα να σου το πω, Διαμαντή», ψιθύρισε, με τη φωνή της να σπάει από την απόγνωση. «Αλλά φοβόμουν. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα γυναίκα επειδή με κοίταξες εσύ έτσι. Για πρώτη φορά ξέχασα τον εφιάλτη που πέρασα για να γίνω αυτή που βλέπεις σήμερα».
Ο Διαμαντής την κοίταξε. Στα μάτια της έβλεπε ακόμα τη Χριστίνα του, αλλά στο μυαλό του στριφογύριζαν οι κραυγές του μάνατζέρ του για την καριέρα που καταστρεφόταν πριν καν ξεκινήσει, τα γέλια των συναδέλφων του στα μπουζούκια και τα ειρωνικά βλέμματα του κόσμου. Η απειρία του με τις γυναίκες μετατράπηκε σε έναν τυφλό, παιδικό θυμό. Ένιωσε προδομένος, παγιδευμένος σε ένα ψέμα.
Χωρίς να πει λέξη, έβγαλε το βελούδινο κουτάκι από την τσέπη του, το άφησε πάνω στο τραπέζι και έφυγε, κλείνοντας την πόρτα με δύναμη. Ήταν η τελευταία φορά που την είδε.
Το επόμενο βράδυ, ο Διαμαντής ανέβηκε στην πίστα. Το μαγαζί ήταν ασφυκτικά γεμάτο, κυρίως από περίεργους που είχαν διαβάσει τη σκανδαλοθηρική εφημερίδα και ήθελαν να δουν πώς θα αντιδράσει το «νέο είδωλο». Όταν έπιασε το μικρόφωνο, κοίταξε το πρώτο τραπέζι, εκεί όπου καθόταν πάντα η Χριστίνα. Ήταν άδειο.
Τότε, η οργή του έδωσε τη θέση της σε μια απέραντη, παγωμένη μοναξιά. Συνειδητοποίησε ότι είχε θυσιάσει τον μοναδικό άνθρωπο που τον αγάπησε για τη γνώμη μιας μάζας που απλώς διψούσε για κουτσομπολιό. Τραγούδησε με μια φωνή τόσο σπαρακτική, γεμάτη αληθινό πόνο, που το κοινό ξέσπασε σε όρθιο χειροκρότημα. Η καριέρα του είχε μόλις εκτοξευθεί.
Όταν τελείωσε το πρόγραμμα, επέστρεψε στο καμαρίνι του, εξουθενωμένος. Πάνω στον καθρέφτη, δίπλα στα λουλούδια των θαυμαστών, τον περίμενε ένας μικρός φάκελος. Τον άνοιξε με τρεμάμενα χέρια. Μέσα υπήρχε το δαχτυλίδι που της είχε αφήσει και ένα σύντομο σημείωμα:
«Συγχώρεσέ με που δεν ήμουν αρκετά δυνατή για να αντέξω την αλήθεια μας. Σου χαρίζω τη δόξα σου, Διαμαντή. Εγώ θα κρατήσω για πάντα το πώς με κοίταξες πριν μάθεις».
 
Ο μάνατζέρ του μπήκε στο καμαρίνι πανηγυρίζοντας για τα τηλέφωνα από τις δισκογραφικές εταιρείες, αλλά ο Διαμαντής δεν τον άκουγε. Κοιτούσε το δαχτυλίδι στην παλάμη του, συνειδητοποιώντας το πιο σκληρό μάθημα της ζωής του: είχε κερδίσει τον κόσμο ολόκληρο, αλλά είχε χάσει για πάντα τη δική του Χριστίνα.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Το Φως που Προσπέρασα | Σύντομο Διήγημα Μυστηρίου

Ατμοσφαιρικό νεκροταφείο με αγάλματα τη νύχτα - Διήγημα μυστηρίου Το φως που προσπέρασα

Τι θα γινόταν αν η τελευταία σου επιθυμία γινόταν πραγματικότητα, αλλά το σύμπαν είχε περίεργα κέφια; Διαβάστε «Το Φως που Προσπέρασα», ένα αυτοτελές διήγημα με πλούσιο μαύρο χιούμορ και υπαρξιακό μυστήριο για έναν άνθρωπο που αποφάσισε να αγνοήσει τους κανόνες του θανάτου.
Μια ήρεμη νύχτα του Νοέμβρη
Πάντα είχα μια συγκεκριμένη επιθυμία για το τέλος: να πεθάνω ήρεμα στον ύπνο μου. Χωρίς το δράμα μιας ανίατης ασθένειας, χωρίς τα πηγαινέλα στα νοσοκομεία και, κυρίως, χωρίς την αγωνία της τελευταίας ανάσας. Στα εξήντα τόσο μου, δεν είχα πατήσει ποτέ το πόδι μου σε γιατρό. Παρθένος στο ζώδιο βλέπετε, και όπως λένε οι αστρολόγοι, είμαστε οι καλύτεροι γιατροί του εαυτού μας.
Όπως αποδείχθηκε, βέβαια, για να πεθάνεις δεν χρειάζονται

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Τρισδιάστατοι Δέκτες( στιχοι για μελοποιηση)

 (Στροφή 1)

Το φως λιγοστεύει,
οι μέρες γεμίζουνε σκόνη,
θανάτου σιωπές συντροφεύουν τις μνήμες.
Αντένες και δέκτες χαμένοι,
κραυγές σαστισμένων «σωτήρων»,
με φόβους κυκλώνουν τη σκέψη.
(Ρεφρέν)
Και στη μέση ενός κόσμου που κλαίει,

Ο Μάξιμος και η Μάσα: Μια Μαγική Περιπέτεια στο Δάσος του Αρκούδου

Μια ζωγραφιά με νερομπογιές που απεικονίζει ένα μεγάλο πράσινο πλάσμα του δάσους με φωτεινά κίτρινα μάτια ανάμεσα σε δέντρα και θάμνους

Ο Μάξιμος και το Μεγάλο Κρυφτό στο Δάσος

Μια ηλιόλουστη μέρα, ο Μάξιμος, ένα χαρωπό αγοράκι 3 χρονών, περπατούσε στο πιο όμορφο, καταπράσινο δάσος. Φορούσε τα αγαπημένα του παπούτσια και κρατούσε ένα μικρό, κόκκινο κουβαδάκι.

Ξαφνικά, πίσω από έναν θάμνο, ακούστηκε ένα δυνατό γέλιο: «Χαχαχά! Μάξιμε, έλα να παίξουμε!»

Ήταν η Μάσα! Φορούσε το γνωστό φούξια μαντίλι της και έτρεχε πάνω-κάτω, γεμάτη ενέργεια. Πίσω της, περπατούσε αργά και προσεκτικά ο μεγάλος, καλοσυνάτος Αρκούδος, κρατώντας μια μεγάλη αγκαλιά με ζουμερά φράουλες.

«Γεια σου, Μάξιμε!» είπε η Μάσα και του έπιασε το χέρι. «Σήμερα θα παίξουμε το πιο τέλειο

Όλα εδώ πληρώνονται (ΔΙΗΓΗΜΑ)

 

Ασπρόμαυρη φωτογραφία ηλικιωμένου άνδρα σε αναπηρικό αμαξίδιο στην πόρτα παλιού σπιτιού για το διήγημα Όλα εδώ πληρώνονται

Ο κυρ-Μιχάλης δεν πίστευε σε μεταφυσικές θεωρίες, ούτε σε θεϊκή δίκη. 

Πίστευε μόνο στους αριθμούς, στα συμβόλαια και στην απόλυτη δύναμη του χρήματος. Για σαράντα χρόνια, ως ο πιο σκληρός τοκογλύφος και μεσίτης της επαρχιακής πόλης, είχε μάθει να κοιτάζει τους ανθρώπους στα μάτια μόνο για να υπολογίσει την αξία της περιουσίας τους.

«Η συγκίνηση είναι κακός επιχειρηματίας», συνήθιζε να λέει, σφραγίζοντας τις κατασχέσεις σπιτιών χωρίς να τρεμοπαίζει το βλέμμα του μπροστά στα δάκρυα των οικογενειών.
Η μεγαλύτερη «επιτυχία» του γράφτηκε ένα

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

Οι Ασφάλειες Ζωής δεν Καλύπτουν την Προδοσία ( Διήγημα)

άνδρας με ομπρέλα στη βροχή νύχτα διήγημα θρίλερ

Αύγουστος 2010. Ένα ξαφνικό μπουρίνι, μια διαφημιστική αφίσα εσωρούχων και ένα τηλέφωνο που "δεν αντιστοιχεί σε συνδρομητή". Για τον Ιορδάνη, έναν πετυχημένο ασφαλιστή από τη Νίκαια, η πραγματικότητα αρχίζει να ραγίζει μέσα σε μια στιγμή. Είναι όλα μια καλοστημένη συνωμοσία ή η σταδιακή κατάρρευση του μυαλού του; Ενα ενναλακτικό διήγημα βασισμενο εν μερει στο μυθιστόρημα "ΚΑΥ ΣΥ ΤΕΚΝΟΝ ΤΖΟΡΝΤΑΝ" χωρις να ακολουθειί απαραίτητα την πλοκή του

Το Μπουρίνι του Αυγούστου
Η βροχή χτυπούσε το παρμπρίζ του ταξί με μια μανία που δεν ταίριαζε σε Αύγουστο. Το θερμόμετρο του οχήματος έδειχνε ακόμα 32 βαθμούς, αλλά το σκοτάδι που είχε κατέβει πάνω από την Αττική έμοιαζε με πρόωρο χειμώνα. Ο Ιορδάνης Παπαποστόλου, ο «Τζόρνταν» για τους παλιούς του φίλους από το γυμνάσιο στη Νίκαια, χαλάρωσε τη

Η Νονά Θάλεια και ο Μάξιμος στον Γαλαξία των Χαμένων Χρωμάτων

Παιδικές ζωγραφιές με νερομπογιές και ξυλομπογιές που απεικονίζουν πυραύλους, πλανήτες, αστροναύτες και αστέρια στο διάστημα
1. Ο Πύραυλος από Χαρτόνι
Ο Μάξιμος, ο μικρός αστροναύτης των τριών ετών, είχε μεταμορφώσει το δωμάτιό του σε έναν απέραντο γαλαξία. Είχε φτιάξει έναν πύραυλο από χαρτόνι και κρατούσε ένα πινέλο που το ονόμαζε «αστρο-ραβδί». Όμως, για να πετάξει ο πύραυλος, χρειαζόταν τα σωστά καύσιμα: τις μαγικές νερομπογιές του και, κυρίως, την αγαπημένη του θεία και νονά, τη Θάλεια.
Η Θάλεια μπήκε στο δωμάτιο φορώντας μια κάπα από ασημένια χρυσόσκονη.
«Έτοιμος για εκτόξευση, μικρέ μου καπετάνιε;» ρώτησε η νονά.

Ο Μάξιμος έγνεψε χαρούμενα, βούτηξε το πινέλο στο νερό και πιτσιλίζοντας το χαρτί με

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

ΚΑΙ ΣΥ ΤΕΚΝΟΝ ΤΖΟΡΝΤΑΝ ( Η κοπέλα της αφίσας)

Εικονογράφηση διηγήματος - Μια μελαχρινή γυναίκα σε παραλία κατά το ηλιοβασίλεμα, σκεπτική.

 Ξανάνοιξε τα μάτια τρομαγμένος, καθώς το απότομο φρενάρισμα του ταξί σε μια λακκούβα τον επανέφερε βίαια στην πραγματικότητα.

Προσπάθησε να το βγάλει απ’ το μυαλό του ανακατεύοντας με νευρικότητα τα χαρτιά του. Αιτήσεις, συμβόλαια, πίνακες ασφαλίστρων.

«Ασφαλιστικός σύμβουλος», ο βαρύγδουπος τίτλος που έγραφε η ιλουστρασιόν κάρτα του. Ένας απλός πλασιέ ελπίδων στην πραγματικότητα, που έτρεχε όλη τη μέρα με τη γλώσσα έξω σαν το σκυλί, από γραφείο σε γραφείο κι από καφετέρια σε καφετέρια, για να πείσει κανένα φουκαρά να  επενδύσει στα γεράματά του, που πιθανόν δεν θα ερχόντουσαν ποτέ! Πουλούσε ένα αβέβαιο μέλλον σε ανθρώπους που δυσκολεύονταν να

Η Μαγεία στις Μουτζούρες: Ένα Παραμύθι για τη Δύναμη της Οικογένειας

Ένα μικρό παιδί ζωγραφίζει με νερομπογιές πάνω σε λευκό χαρτί δίπλα σε μια παλέτα με χρώματα

Στην άκρη του Κόσμου των Χρωμάτων, εκεί όπου τα αστέρια ψιθυρίζουν ιστορίες, ζούσε ένας μικρός ιππότης τριών ετών που τον έλεγαν Μάξιμο.

Το Μαγικό Δάσος των Χρωμάτων
Ο Μάξιμος δεν είχε σπαθί, αλλά ένα μαγικό ραβδί: ένα ξύλινο πινέλο. Κάθε φορά που βουτούσε το πινέλο του στο νερό και άγγιζε το χαρτί, το δωμάτιό του μεταμορφωνόταν σε ένα απέραντο, παραμυθένιο δάσος.
Εκεί, με τις πολύχρωμες μουτζούρες του, ο Μάξιμος ζωντάνευε τους καλύτερους του φίλους:
Ένα χρυσό λιοντάρι με χαίτη φτιαγμένη από ηλιαχτίδες.

Ένα ασημένιο άλογο που μπορούσε να τρέχει πάνω

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

ΚΑΙ ΣΥ ΤΕΚΝΟΝ ΤΖΟΡΝΤΑΝ ( Ξαναγραμμένο από την αρχή το μυθιστορημα)

 Οι τελευταίες σταγόνες της ξαφνικής καλοκαιριάτικης μπόρας θύμιζαν έντονα τους στερνούς σπασμούς μιας βίαιης εκσπερμάτωσης. Ήρεμες, γαλήνιες, χαλαρωτικές, μα και μ’ αυτή την αίσθηση κενού που πάντα ακολουθεί το τέλος του οργασμού .Ο αέρας μύριζε βρεγμένο τσιμέντο, ζεστή άσφαλτο και εκείνη την αποπνικτική υγρασία που σηκώνεται από τους δρόμους της Αθήνας κάθε Αύγουστο, πνίγοντας τα πνευμόνια.

«Το πιο άχρηστο πράγμα στο κόσμο είναι η ομπρέλα», σκέφτηκε ο Τζόρνταν, καθώς κοίταζε το φτηνό νάιλον ύφασμα να στάζει πάνω στα παπούτσια του. «Ποτέ δεν την έχεις όταν τη χρειάζεσαι, κι όταν την κουβαλάς σα μαλάκας, ποτέ δε βρέχει» 

Κούνησε το κεφάλι του με εκνευρισμό. Αυτό το ψευδώνυμο, «Τζόρνταν». Του το είχαν κολλήσει στο γυμνάσιο στην Κοκκινιά, τότε που προσπαθούσε να μιμηθεί τις κινήσεις των Αμερικανών μπασκετμπολιστών στα τσιμεντένια γήπεδα της γειτονιάς, και του ’μεινε από τότε . 

Του άρεσε; Ίσως. Έκρυβε μια αστική μαγκιά που τον απομάκρυνε από τη βαριά κληρονομιά του ονόματός του. Ιορδάνης  Το όνομα του παππού απ’ τη Σμύρνη, που ο ξεριζωμός του ’22 τον έβγαλε στην Τήνο, δεκαεφτάχρονο παλικάρι  Έναν αιώνα μετά, ο Τζόρνταν ένιωθε ακόμα στα οστά του την υγρασία εκείνης της προσφυγιάς, λες και το DNA κουβαλούσε την αλμύρα του Αιγαίου και τον καπνό της καταστροφής.

Ένα κίτρινο Skoda σταμάτησε απότομα μπροστά του, αφήνοντας έναν ήχο από φθαρμένα φρένα να σκίσει την ησυχία του δρόμου.

Κορυδαλλό;, ρώτησε τον ταξιτζή, ακουμπώντας το χέρι του στο μισοκατεβασμένο παράθυρο. Το τζάμι ήταν ζεστό και κολλώδες. 

Βολεύει, τ’ απάντησε αυτός, χωρίς καν να τον κοιτάξει. Οι κύριοι πάνε Προφήτη Ηλία 

«Την τύχη μου!», μουρμούρισε μέσ’ απ’ τα δόντια του, «ανέβα κατέβα το βουνό!» 

 Κοίταξε τους άλλους δύο συνεπιβάτες στο πίσω κάθισμα – δύο άντρες με βλέμμα απλανές, που έμοιαζαν να έχουν βουλιάξει στη δική τους καθημερινή μιζέρια. Ο ουρανός όμως φόρτωνε επικίνδυνα, με βαριά, μολυβένια σύννεφα που υπόσχονταν κι άλλη νεροποντή, και δεν είχε καμία όρεξη για άλλη ψυχρολουσία 

Έβγαλε απ’ την τσέπη το κινητό. 

Μία αναπάντητη κλήση. «Τι διάολο, πως δεν το άκουσα», αναρωτήθηκε. 

«Πεθερούλα», έδειξε η οθόνη! 

Γιορτή δεν ήταν, κι η γριά μόνο για καλό δεν θα έπαιρνε. Υπήρχε μια βαθιά, αμοιβαία αντιπάθεια μεταξύ τους, από εκείνες που δεν χρειάζονται λογικά επιχειρήματα για να συντηρηθούν. Έτσι απλά, χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο. Θέμα χημείας. Δύο διαφορετικοί κόσμοι που αναγκάζονταν να συνυπάρξουν στην ίδια οικογενειακή φωτογραφία.

Πάτησε το πράσινο κουμπί στην οθόνη αφής και την κάλεσε, περιμένοντας να ακούσει τον ήχο της σύνδεσης σαν να περίμενε το σήμα για την έναρξη μιας γνώριμης μάχης.

— Ναι!, ακούστηκε αμέσως απ’ την άλλη άκρη η τσιριχτή, κουραστική φωνή της, που έμοιαζε να βγαίνει μέσα από σκουριασμένο γραμμόφωνο.

— Έλα μάνα!, πήρε το πιο γλυκό, καταδεκτικό του ύφος ο Τζόρνταν, επιστρατεύοντας όλη την επαγγελματική του υποκριτική ως ασφαλιστής. Μόλις είδα την κλήση σου. Δεν το άκουσα να χτυπάει μέσα στη φασαρία του δρόμου. Συμβαίνει κάτι; Ανησύχησα.

— Καλά είμαστε, δόξα τω Θεώ!, απάντησε εκείνη, αν και ο τόνος της δεν άφηνε κανένα περιθώριο για πραγματική ευγνωμοσύνη. Έτσι πήρα, να δω τι κάνετε, και να σου πω για το μνημόσυνο του Κωσταντή.

Στο μυαλό του Τζόρνταν άρχισαν αμέσως να περιστρέφονται χιλιάδες δικαιολογίες, σαν γρανάζια σε καλολαδωμένη μηχανή, πασχίζοντας να διαλέξει την πιο πειστική, εκείνη που δεν θα άφηνε περιθώρια για αντίλογο. Το είχε αυτό το Ναπολεόντειο χάρισμα. Την ικανότητα, δηλαδή, να επεξεργάζεται δεκάδες διαφορετικές πληροφορίες ταυτόχρονα, να ζυγίζει τις συνέπειες και να χτίζει ένα πιστευτό ψέμα μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου.

— Την Κυριακή είναι, συνέχισε η γριά, χωρίς να περιμένει την απάντησή του, στ’ Απεράθου. Θα κατέβετε;

— Να ’ξερες πόσο θα το ’θελα, ψέλλισε με έναν επίπλαστο αναστεναγμό που κόντεψε να πνίξει το ίδιο του το σάλιο. Ξέρεις δα πόσο τον αγαπούσα τον Κωσταντή! Όμως δύσκολο το βλέπω. Είδα και τη μικρή ζαβλακωμένη το πρωί, να παραπονιέται για το αυτί της. Θα την τριγυρίζει πάλι καμιά ωτίτιδα! Χώρια που έχω και κάτι κρίσιμα ραντεβού το Σάββατο για δουλειά, από εκείνα που αν τα χάσεις, χάνεις τη χρονιά.

Έκανε μια μικρή παύση, κρατώντας την ανάσα του, για να μετρήσει την αντίδρασή της και να καταλάβει αν το δόλωμα είχε πιάσει.

— Εσείς ξέρετε, τ’ απάντησε κοφτά, και η φωνή της πάγωσε τη ζέστη μέσα στο αυτοκίνητο. Κανονικά θα έπρεπε να ’ρθείτε.

«Ας μην έρθει κι αυτός στο δικό μου», μονολόγησε από μέσα του με μια παράξενη, μακάβρια σκέψη που του πέρασε αστραπιαία από το μυαλό, σαν να μην άνηκε στον ίδιο αλλά σε κάποιον ξένο.

— Θα δούμε μάνα πώς θα πάει η μικρή, αν μπορεί κι η Δήμητρα... Θα δούμε!

— Τέλος πάντων, σκεφτείτε το, διέταξε ξερά.

— Εντάξει μάνα. Καλό βράδυ, και χαιρετίσματα στον πατέρα!

— Καλό βράδυ! Να μου φιλήσεις τα παιδιά!

Έκλεισε τη γραμμή και έβαλε το κινητό στην τσέπη του σακακιού του.

«Χέσε μας, Ειρήνη», μουρμούρισε, κουνώντας το κεφάλι του με αγανάκτηση. «Δεκαπέντε ώρες ταξίδι, πήγαιν’-έλα στη Νάξο, για ένα μνημόσυνο»!

Τα μνημόσυνα ήταν για την πεθερά του κάτι σαν τους γάμους και τις βαφτίσεις. Καλύτερα ίσως! Είχε μετατρέψει το πένθος σε κοινωνικό γεγονός. Έψαχνε όλη τη βδομάδα τις κολώνες και τις εκκλησιές του νησιού, πού είχε μνημόσυνο το Σαββατοκύριακο. Κι αν δεν είχε κανένα —πράγμα σπάνιο βέβαια για τα δεδομένα του χωριού— έπεφτε σε βαριά κατάθλιψη, λες και η έλλειψη μαύρων ρούχων και κολλύβων της στερούσε το μοναδικό νόημα της ύπαρξής της.

Η βροχή έξω ξανάρχισε να δυναμώνει, χτυπώντας ρυθμικά και εκνευριστικά πάνω στην οροφή του ταξί. Κοίταξε απ’ το παράθυρο τους ταλαίπωρους πεζούς στο πεζοδρόμιο, που προσπαθούσαν να προφυλαχτούν όπως όπως κάτω από τέντες και υπόστεγα, με τα ρούχα τους να κολλάνε πάνω στο δέρμα τους από την ξαφνική νεροποντή.


Η κοπέλα απ’ την τεράστια αφίσα, που διαφήμιζε προκλητικά εσώρουχα, σαν να του φάνηκε πως του έκλεισε το μάτι πονηρά μέσα από το πέπλο της βροχής  Το βλέμμα της, καθηλωτικό και γεμάτο υποσχέσεις, έμοιαζε να τρυπάει το λασπωμένο τζάμι του Skoda, φέρνοντας μια ξαφνική, σχεδόν απαγορευμένη ζέστη μέσα στην παγωνιά του αυτοκινήτου.

«Ρε πούστη μου», ψιθύρισε τόσο σιγανά που παραξενεύτηκε πώς τον άκουσε ο ταξιτζής μέσα στον θόρυβο της μηχανής και των υαλοκαθαριστήρων που έτριζαν ρυθμικά. «Υπάρχουν και στην πραγματική ζωή τέτοιες γυναίκες;» 

— Υπάρχουν, υπάρχουν! Απάντησε ο ταξιτζής, πετώντας μια γρήγορη, πονηρή ματιά στον κεντρικό καθρέφτη . Το πρόσωπό του, αυλακωμένο από τα χρόνια στο τιμόνι, πήρε μια έκφραση δήθεν σοφίας. Υπάρχουν για να μας κολάζουν! 

«Ωχ! Σε θεούσο πέσαμε!», σκέφτηκε ο Τζόρνταν, νιώθοντας έναν κόμπο στο στομάχι και μετανιώνοντας την ίδια στιγμή που σκέφτηκε φωναχτά

— Κι αυτοί οι αλήτες στην τηλεόραση, συνέχισε εκείνος, χτυπώντας με νεύρο τον δείκτη του χεριού του πάνω στο τιμόνι, όλο μας τσιγκλάνε τα κατώτερα ένστικτα! Είναι σωματική ανάγκη, μας λένε, δεν μπορείς χωρίς σεξ! Το ξέρουμε ρε! Και το φαΐ είναι, και το κατούρημα! Δεν μας λέτε όμως, «πρέπει να φάτε ή να κατουρήσετε»! 

Οι καλοντυμένοι μεσήλικες συνεπιβάτες στο πίσω κάθισμα έδειξαν να συμφωνούν, κουνώντας τα κεφάλια τους με εκείνη τη γνωστή, πουριτανική ανωτερότητα των ανθρώπων που έχουν ξεχάσει τι σημαίνει πάθος 

— Σημεία παρακμής, αποφάνθηκε ο μεγαλύτερος, ισιώνοντας τον γιακά του σακακιού του με μια κίνηση γεμάτη στόμφο. Στην εποχή μας, και το γόνατο ακόμα της γυναίκας, δύσκολα το βλέπαμε! 

Ο Τζόρνταν γύρισε και τον κοίταξε απότομα . Το βλέμμα του σκάναρε το γερασμένο αλλά καλοδιατηρημένο πρόσωπο του άντρα. Δεν του φάνηκε πάνω από εξήντα 

«Τι διάολο, στην Ιορδανία ζούσε;», σκέφτηκε με μια δόση καθαρού σαρκασμού «Οι γυναίκες στην Ευρώπη τα έχουν πετάξει όλα έξω, απ’ τη δεκαετία του '60»! 

Έκλεισε τα μάτια και σταμάτησε να παρακολουθεί την ανιαρή, υποκριτική συζήτηση, βυθίζοντας το μυαλό του στο σκοτάδι  

Η κοπέλα της αφίσας, όμως, ξανάρθε ολοζώντανη, πίσω απ’ τα κλειστά του βλέφαρα .Το άρωμά της, αν και ανύπαρκτο, έμοιαζε να γεμίζει τα πνευμόνια του. Άρχισε να φαντασιώνεται πρωτόγνωρα ερωτικά παιχνίδια μαζί της, νιώθοντας το δέρμα του να καίει , και ένοιωσε να ερεθίζεται έντονα !

Ξανάνοιξε τα μάτια τρομαγμένος, καθώς μια ξαφνική αίσθηση ντροπής τον επανέφερε στην πραγματικότητα .

«Αυτό μας έλειπε, σκέφτηκε, να γίνουμε ρόμπα μπροστά τους!» 

 


Μετακινήθηκε λίγο για να κρύψει τον ερεθισμό του. Με μια γρήγορη και κάπως σπασμωδική κίνηση, σήκωσε το χαρτοφύλακα στα γόνατα του, προσποιούμενος πως ψάχνει τα έγγραφά του . Ένα μεγάλο μέρος του προβλήματος είχε λυθεί. Όχι όμως το μεγαλύτερο ! Η ερωτική διάθεση, εξακολουθούσε απτόητη να πιέζει το παντελόνι του, υπενθυμίζοντάς του με τον πιο άβολο τρόπο τη ζωώδη φύση του