Όλα εδώ πληρώνονται (ΔΙΗΓΗΜΑ)
Ο κυρ-Μιχάλης δεν πίστευε σε μεταφυσικές θεωρίες, ούτε σε θεϊκή δίκη.
Πίστευε μόνο στους αριθμούς, στα συμβόλαια και στην απόλυτη δύναμη του χρήματος. Για σαράντα χρόνια, ως ο πιο σκληρός τοκογλύφος και μεσίτης της επαρχιακής πόλης, είχε μάθει να κοιτάζει τους ανθρώπους στα μάτια μόνο για να υπολογίσει την αξία της περιουσίας τους.
«Η συγκίνηση είναι κακός επιχειρηματίας», συνήθιζε να λέει, σφραγίζοντας τις κατασχέσεις σπιτιών χωρίς να τρεμοπαίζει το βλέμμα του μπροστά στα δάκρυα των οικογενειών.
Ο Θανάσης, ένας τίμιος οικογενειάρχης και ιδιοκτήτης του παλιού τυπογραφείου της πόλης, είχε βρεθεί σε δεινή οικονομική θέση λόγω της αρρώστιας της γυναίκας του. Είχε ζητήσει ένα δάνειο από τον Μιχάλη, βάζοντας ως υποθήκη το πατρικό του σπίτι — ένα πανέμορφο, νεοκλασικό κτίριο στην κεντρική πλατεία. Όταν ο Θανάσης καθυστέρησε την δόση για μόλις δύο ημέρες, ο Μιχάλης, εκμεταλλευόμενος ένα μικρό, δυσνόητο παραθυράκι στο συμβόλαιο, κινήθηκε αστραπιαία. Του πήρε το σπίτι.
Ο Θανάσης τον παρακάλεσε γονατιστός στο γραφείο του:
«Μιχάλη, μην μας πετάς στο δρόμο. Η γυναίκα μου δεν θα αντέξει. Όλα εδώ πληρώνονται, Μιχάλη, μην το ξεχνάς…»
«Μιχάλη, μην μας πετάς στο δρόμο. Η γυναίκα μου δεν θα αντέξει. Όλα εδώ πληρώνονται, Μιχάλη, μην το ξεχνάς…»
Ο Μιχάλης είχε γελάσει ειρωνικά. «Στη δική μου επιχείρηση, Θανάση, όλα πληρώνονται στην ώρα τους. Φύγε».
Λίγους μήνες μετά, η γυναίκα του Θανάση ξεψύχησε και ο ίδιος έφυγε από την πόλη, ράκος. Ο Μιχάλης μετακόμισε στο νεοκλασικό, νιώθοντας ο κυρίαρχος του παιχνιδιού.
Τα χρόνια πέρασαν και ο χρόνος, ο μόνος δανειστής που δεν μπορείς να εξαπατήσεις, άρχισε να ζητά τα χρεωστούμενα.
Στα εβδομήντα του, ο κυρ-Μιχάλης βρέθηκε μόνος. Η μοναχοκόρη του, η Ελένη, είχε φύγει για σπουδές στην Αθήνα και είχε κόψει κάθε επαφή μαζί του, αηδιασμένη από τη φήμη του πατέρα της. Το μόνο που του είχε απομείνει ήταν η τεράστια περιουσία του και εκείνο το μεγάλο, άδειο νεοκλασικό σπίτι στην πλατεία.
Ένα βράδυ, ο Μιχάλης ένιωσε έναν οξύ, αβάσταχτο πόνο στο στήθος. Το τηλέφωνο ήταν μακριά, τα πόδια του δεν τον άκουγαν. Έπεσε στο πάτωμα, κοιτάζοντας το ταβάνι του σπιτιού που κάποτε είχε κλέψει. Πέρασε ώρες αβοήθητος, μέσα στο σκοτάδι, μέχρι που τον βρήκε το επόμενο πρωί η γυναίκα που του καθάριζε το σπίτι.
Το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν βαρύ. Όταν βγήκε από το νοσοκομείο, ο άλλοτε κραταιός άνδρας ήταν καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο, με τη δεξιά του πλευρά παράλυτη και την ομιλία του χαμένη. Μπορούσε μόνο να ψελλίζει ασυνάρτητες συλλαβές.
Η κόρη του δεν επέστρεψε. Αντίθετα, έστειλε έναν δικηγόρο, ο οποίος ανέλαβε να διαχειριστεί την περιουσία του πατέρα της, καθώς ο Μιχάλης είχε κριθεί δικαστικά ανίκανος. Η Ελένη, θέλοντας να ξεπλύνει τις ντροπές του παρελθόντος, έδωσε μια ξεκάθαρη εντολή: «Πουλήστε όλα τα ακίνητα και δώστε τα χρήματα σε ιδρύματα. Κρατήστε μόνο όσα χρειάζονται για τη φροντίδα του».
Ο δικηγόρος βρήκε γρήγορα αγοραστή για το νεοκλασικό της πλατείας.
Την ημέρα της μετακόμισης, ο κυρ-Μιχάλης ήταν καθισμένος στο αμαξίδιο στην άκρη του σαλονιού, παρακολουθώντας τους μεταφορείς να αδειάζουν τη ζωή του. Τα μάτια του, γεμάτα τρόμο και αδυναμία, καρφώθηκαν στην πόρτα όταν άκουσε τα βήματα του νέου ιδιοκτήτη.
Ήταν ένας άνδρας γύρω στα σαράντα, με σοβαρό ύφος και κοστούμι. Περπάτησε στον χώρο, κοίταξε τους τοίχους και μετά πλησίασε αργά το αναπηρικό αμαξίδιο. Ο κυρ-Μιχάλης τον κοίταξε στα μάτια. Κάτι στο βλέμμα του, στη γραμμή του σαγονιού του, του φάνηκε τρομακτικά οικείο.
Ο άνδρας γονάτισε μπροστά στο αμαξίδιο, φέρνοντας το πρόσωπό του στο ίδιο ύψος με του γέρου.
«Με θυμάσαι, κυρ-Μιχάλη;» ρώτησε με χαμηλή, σταθερή φωνή. «Είμαι ο Νίκος. Ο γιος του Θανάση του τυπογράφου».
Το σώμα του Μιχάλη μαζεύτηκε. Ήθελε να φωνάξει, να τρέξει, αλλά η φωνή του βγήκε σαν ένας πνιχτός, ακατάληπτος ήχος.
Ο Νίκος χαμογέλασε πικρά, αλλά χωρίς οργή. Έβγαλε από την τσέπη του το παλιό, ξεθωριασμένο συμβόλαιο κατάσχεσης του σπιτιού και το άφησε στα τρεμάμενα, παράλυτα χέρια του γέρου.
«Μου πήρε δέκα χρόνια σκληρής δουλειάς στην Αμερική, κυρ-Μιχάλη. Αλλά επέστρεψα και αγόρασα το σπίτι του πατέρα μου. Η κόρη σου το πούλησε σε πολύ καλή τιμή και έμαθα ότι τα χρήματα θα πάνε στο νοσοκομείο της πόλης. Στην πτέρυγα που δεν πρόλαβε να νοσηλευτεί η μάνα μου».
Ο Νίκος σηκώθηκε όρθιος, έφτιαξε το σακάκι του και κοίταξε τον γέρο που έκλαιγε βουβά, ανίκανος να αντιδράσει, παγιδευμένος στο ίδιο του το σώμα, στερημένος από την περιουσία που είχε θεοποιήσει.
«Ο πατέρας μου είχε δίκιο τελικά, κυρ-Μιχάλη», είπε ο Νίκος καθώς κατευθυνόταν προς την έξοδο. «Το νόμισμα γυρίζει πάντα. Όλα εδώ πληρώνονται».
Η πόρτα έκλεισε με έναν βαρύ ήχο, αφήνοντας τον κυρ-Μιχάλη μόνο του με τις αναμνήσεις του, μέσα στο σπίτι που δεν του ανήκε πια.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου