Ο ΑΦΩΡΙΣΜΕΝΟΣ (Διήγημα του Ανδρέα Καρκαβίτσα)
— Στάσου, Δημήτρη, στάσου! Η λειτουργία, είχε τελειώσει εν τω ναΐσκω του αγίου Δημητρίου και υπό τους οξείς ήχους των δύο κωδώνων μικρού κωδωνοστασίου, οι χωρικοί εξήρχοντο ασκεπείς ακόμη και σταυροκοπούμενοι. Ήτο Μεγάλη Τεσσαρακοστή, εποχή νηστείας και προσευχής διά τους χωρικούς και είχον καταλάβει πολυπληθείς τον στενόν χώρον του ναΐσκου. Το θρησκευτικόν αίσθημα διετηρείτο τότε ακμαίον και απροσποίητον. Αι κοινωνίαι, αρτιπαγείς, συνεκροτούντο ακόμη από γέροντας, των οποίων η ζωή διέρρευσε μέσω βαρυστενάκτου δουλείας, μεσήλικας και νέους, ανατραφέντας μέσω των καπνών του υπέρ ανεξαρτησίας πολέμου και γνωρίζοντας πόσας φοράς η Πατρίς εστηρίχθη επί της θρησκείας και ο καταδυναστευόμενος και από