Ο άνθρωπος κι η νύχτα (Διήγημα του Χάρη Σακελλαρίου)
Ο άνθρωπος κι η νύχτα του Χάρη Σακελλαρίου Πάνω στο μισοΰπνι. Την ώρα που οι αμαδρυάδες βγαίνουν απ’ τις σκοτεινές κουφάλες των δέντρων και, πατώντας ανάλαφρα με τις γυμνές πατούσες τους πάνω στο παχύ χόρτο, γλιστρούν κατά τις νεροσυρμές, για να σμίξουν με τις νεράιδες των βαθύλαλων άντρων και τ’ άλλα τραγόμορφα πνεύματα του λόγγου, κάτι σάλεψε στο τζάμι του παραθυριού μου. Θα μπορούσε ίσως και να μην το προσέξω και να συνεχίσω το γλυκό μου βύθισμα. Μα τα παραθυρόφυλλα άνοιξαν, σαν κάποιος να τάσπρωξε ελαφρά απ’ έξω. Και, σα να καραδοκούσε τη στιγμή, όρμησε σύγκαιρα μες στην κάμαρη μου η δυνατά μυρουδιά του θυμαριού και του σμύρτου της εξοχής.