Η οχιά (Διήγημα)
Το ‘χε συνήθειο από μικρή να παίζει ψηλά στην πλαγιά με τις πέτρες, σ’ εκείνον τον χώρο που τον έτρωγε αδηφάγα ο ήλιος, στην πλαγιά του βουνού που δεσπόζει πάνω από τον τόπο της. Στα πόδια της η θάλασσα, οι φωνές των παιδιών αδιάφορες, φιλικές και ξένες. Ο τόπος ετούτος, άνωθεν του οικισμού, ημίγυμνος στέκει κι αυτή χαιρόταν να παίζει στο γυμνό του κομμάτι. Δέσποζαν πιο ψηλά της βράχια και άλλα βράχια και στα πόδια της πέτρες που δεμένες σχημάτιζαν ένα τεράστιο πες μαρμάρινο αλώνι. Από κάτω της, στις πατούσες του βουνού, τα πεύκα της κρύβανε τον κόσμο που κινιόταν ή ακινητούσε στην παραλία, τον άλλον της θάλασσας της τον