Δυστυχώς άργησα να μεγαλώσω (Διήγημα)
Η αλήθεια ήταν πάντα εκεί, κρυμμένη πίσω από τις βαριές κουρτίνες του παρελθόντος. Το παλιό ρολόι του τοίχου χτυπούσε νωχελικά, γεμίζοντας με έναν ρυθμικό, σχεδόν ενοχλητικό ήχο το άδειο σαλόνι. Η Κατερίνα κοίταξε τις κούτες που ήταν στοιβαγμένες στη γωνία. Το πατρικό της σπίτι, γεμάτο σκόνη και αναμνήσεις, μύριζε κλεισούρα και εγκατάλειψη. Μετά τον ξαφνικό θάνατο των γονιών της, είχε αναλάβει το βαρύ έργο να μαζέψει μια ολόκληρη ζωή μέσα σε λίγα χάρτινα κουτιά. Στα τριάντα της χρόνια, ένιωθε ακόμα σαν το μικρό, αναποφάσιστο κορίτσι που περίμενε πάντα την έγκριση των άλλων. Είχε αρνηθεί σπουδές, είχε προδώσει έρωτες και είχε εγκλωβιστεί σε μια safe καθημερινότητα, μόνο και μόνο για να μην απογοητεύσει τον πατέρα της. «Δυστυχώς άργησα να μεγαλώσω», ψιθύρισε στον εαυτό της, νιώθοντας