ΚΑΙ ΣΥ ΤΕΚΝΟΝ ΤΖΟΡΝΤΑΝ ( Ξαναγραμμένο από την αρχή το μυθιστορημα)
Οι τελευταίες σταγόνες της ξαφνικής καλοκαιριάτικης μπόρας θύμιζαν έντονα τους στερνούς σπασμούς μιας βίαιης εκσπερμάτωσης. Ήρεμες, γαλήνιες, χαλαρωτικές, μα και μ’ αυτή την αίσθηση κενού που πάντα ακολουθεί το τέλος του οργασμού .Ο αέρας μύριζε βρεγμένο τσιμέντο, ζεστή άσφαλτο και εκείνη την αποπνικτική υγρασία που σηκώνεται από τους δρόμους της Αθήνας κάθε Αύγουστο, πνίγοντας τα πνευμόνια. «Το πιο άχρηστο πράγμα στο κόσμο είναι η ομπρέλα», σκέφτηκε ο Τζόρνταν, καθώς κοίταζε το φτηνό νάιλον ύφασμα να στάζει πάνω στα παπούτσια του. «Ποτέ δεν την έχεις όταν τη χρειάζεσαι, κι όταν την κουβαλάς σα μαλάκας, ποτέ δε βρέχει» Κούνησε το κεφάλι του με εκνευρισμό. Αυτό το ψευδώνυμο, «Τζόρνταν». Του το είχαν κολλήσει στο γυμνάσιο στην Κοκκινιά, τότε που προσπαθούσε να μιμηθεί τις κινήσεις των Αμερικανών μπασκετμπολιστών στα τσιμεντένια γήπεδα της γειτονιάς, και του ’μεινε από τότε . Του άρεσε; Ίσως. Έκρυβε μια αστική μαγκιά που τον απομάκρυνε από τη βαριά κληρονομιά του ονόματός...