Ο Θύμιος έφυγε (Διήγημα)
Ο Μανώλης τον θυμόταν που ερχόταν στο πατρικό του – φίλος του πατέρα του ήταν – σχεδόν πάντα πιωμένος. Ήταν ψιλός και αδύνατος, στα όρια της λιμοκτονίας. Στα σκελετωμένα του δάκτυλα κρατούσε πάντα ένα τσιγάρο αναμμένο. Το χνώτο του μύριζε έντονα ούζο, το μάτι του ήταν θολό, κόκκινο, με τις φλέβες μέσα του πρησμένες έτοιμες να εκραγούν και το βλέμμα του είχε έκφραση επαίτη. Η φωνή του ερχόταν σε απόλυτη αρμονία με την φτωχική και ατημέλητη όψη του. Λεπτή, βραχνή, η οποία έβγαινε πάντα με έναν παρακλητικό τόνο, με την κτητική αντωνυμία να συνοδεύει πάντα την προσφώνηση των φίλων του. Το πρόσωπό του είχε