Κι Όλοι Εμείς Θεατές: Ένα Διήγημα για τον Κόσμο που Βουλιάζει
Η πόλη πνιγόταν κάτω από έναν από εκείνους τους ουρανούς που αρνούνταν πεισματικά να φωτίσουν. Δεν υπήρχε ίχνος ελπίδας στον ορίζοντα, ούτε μια αχτίδα που να σπάει το μονοπώλιο του γκρίζου. Ήταν λες και ο Θεός είχε ζωγραφίσει το στερέωμα με τις πιο θλιβερές αποχρώσεις, προμηνύοντας μια καταιγίδα που δεν ξεσπούσε ποτέ, αλλά βάραινε τις καρδιές των ανθρώπων. Στη γωνία του δρόμου, πίσω από τις θαμπές βιτρίνες, στεκόταν ένα αγόρι. Τα μάτια του έμοιαζαν με φοβισμένου αγριμιού, έτοιμου να τραπεί σε φυγή ή να επιτεθεί για να σωθεί. Δεν έμοιαζε με τα παιδιά που ξέρουμε· δεν είχε τη δική μας ανεμελιά, ούτε τη δική μας σιγουριά. Πλησίασε στην τζαμαρία και κοίταξε το