Η πόλη πνιγόταν κάτω από έναν από εκείνους τους ουρανούς που αρνούνταν πεισματικά να φωτίσουν.
Δεν υπήρχε ίχνος ελπίδας στον ορίζοντα, ούτε μια αχτίδα που να σπάει το μονοπώλιο του γκρίζου. Ήταν λες και ο Θεός είχε ζωγραφίσει το στερέωμα με τις πιο θλιβερές αποχρώσεις, προμηνύοντας μια καταιγίδα που δεν ξεσπούσε ποτέ, αλλά βάραινε τις καρδιές των ανθρώπων.
Στη γωνία του δρόμου, πίσω από τις θαμπές βιτρίνες, στεκόταν ένα αγόρι. Τα μάτια του έμοιαζαν με φοβισμένου αγριμιού, έτοιμου να τραπεί σε φυγή ή να επιτεθεί για να σωθεί. Δεν έμοιαζε με τα παιδιά που ξέρουμε· δεν είχε τη δική μας ανεμελιά, ούτε τη δική μας σιγουριά. Πλησίασε στην τζαμαρία και κοίταξε το είδωλό του. Μέσα σε αυτόν τον πρόχειρο καθρέφτη, δεν είδε το πρόσωπό του, αλλά τα συντρίμια μιας ζωής που είχε γκρεμιστεί πριν καν χτιστεί. Ήταν ένα παιδί προδομένο από τις υποσχέσεις των μεγάλων.
Εκείνη τη στιγμή, ο χρόνος έμοιαξε να παγώνει. Το ρολόι του κοντινού καμπαναριού σταμάτησε και η σκέψη, σαν πεισματάρικο εκκρεμές, γύρισε αναγκαστικά πίσω. Στο μυαλό ήρθαν οι στιγμές εκείνες που δακρύζουν από μόνες τους. Στιγμές όπου η μοναξιά δεν ήταν απλά ένα συναίσθημα, αλλά ένας σκληρός ηγεμόνας, καθισμένος αναπαυτικά στον χρυσό, απρόσιτο θρόνο του, σκορπίζοντας παγωνιά.
Λίγο πιο πέρα, στην κεντρική πλατεία, είχε στηθεί μια πρόχειρη εξέδρα. Άνθρωποι με ξύλινα, κενά λόγια, τυχοδιώχτες της ελπίδας, μιλούσαν στο πλήθος. Κρατούσαν τις ψυχές των ακροατών σε μια ιδιότυπη ομηρία, τάζοντας ένα μέλλον που ήταν τυφλό, μια ιστορία γραμμένη βιαστικά σε δύο γραμμές. Και οι ψυχές, ανήμπορες να αντιδράσουν, παρέμεναν κλειδωμένες στα υπόγεια της ίδιας τους της ύπαρξης, φοβισμένες να βγουν στο φως.
Κι όλοι εμείς; Εμείς ήμασταν εκεί. Αμίλητοι, ακίνητοι, απλοί θεατές. Παρακολουθούσαμε έναν κόσμο να αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ερήμην μας, χωρίς να μας ρωτήσει κανείς. Το σκάρι της κοινωνίας μας είχε αρχίσει να μπάζει νερά, βούλιαζε αργά και σταθερά προς τον βυθό.
Όμως, αντί να ουρλιάξουμε, αντί να παλέψουμε, σταθήκαμε στο κατάστρωμα σαν γελαστοί, παραδομένοι ναυαγοί. Φορέσαμε το πιο αμέριμνο χαμόγελό μας και συνεχίσαμε να ακούμε τα χαρωπά τραγουδάκια που έπαιζε η μπάντα του πλοίου, περιμένοντας το τέλος με τα χέρια στις τσέπες.
Βασισμένο στο τραγούδι μου : Κι όλοι εμείς θεατές
Είναι κάτι ουρανοί, που ποτέ δεν φωτίζουν,
δεν τους λούζει με φως, η ελπίδα.
Θλιβερές ζωγραφιές, σ’ αποχρώσεις του γκρίζου,
ουρανοί, που γεννούν καταιγίδα.
Είναι κάτι παιδιά, φοβισμένα αγρίμια,
που δεν μοιάζουν, σε σένα και μένα.
Στον καθρέφτη κυτούν, μιας ζωής τα συντρίμια,
είναι κάτι παιδιά, προδωμένα.
Είναι κάτι στιγμές, πουπαγώνουν το χρόνο,
κι όλο πίσω τη σκέψη γυρίζουν.
Μοναξιές καθισμένες, στο χρυσό τους το θρόνο,
είναι κάτι στιγμές, που δακρύζουν.
Είναι κάτι ψυχές, που κρατούν σ’ ομηρία
τυχοδιώχτες, με ξύλινα λόγια.
Μ’ ένα μέλλον τυφλό, δυό γραμμές ιστορία,
κλειδωμένες ψυχές, στα υπόγεια.
(Ρ)
Κι όλοι εμείς θεατές, ενός κόσμου που αλλάζει
με ταχύτητα, ερήμην μας πάντα.
Γελαστοί ναυαγοί, στο σκάρι που βουλιάζει,
τραγουδάκια ακούμε απ’ τη μπάντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου