Το Τηλεφώνημα από το Λονδίνο: Όταν ο εφιάλτης φωλιάζει στο αίμα σου
Η σύνταξη είχε φέρει μια παράξενη, σχεδόν ενοχλητική ηρεμία στη ζωή του Αντώνη. Ύστερα από τριάντα χρόνια στο Σώμα, ο 60χρονος πρώην αστυνομικός προσπαθούσε να συνηθίσει τους αργούς ρυθμούς της καθημερινότητας δίπλα στη γυναίκα του, την Έφη. Η μοναδική τους έννοια, αλλά και η μεγαλύτερη περηφάνια τους, ήταν τα δύο τους παιδιά: ο Τάσος και η Ελπίδα. Τα δύο αδέρφια, με διαφορά μόλις ενάμισι έτους, σπούδαζαν μαζί στο Λονδίνο, μοιραζόμενα ένα μικρό, απομονωμένο σπίτι στα προάστια της βρετανικής πρωτεύουσας. Η ζωή κυλούσε ήρεμα, μέχρι εκείνο το βροχερό απόγευμα της Τρίτης.
Το σταθερό τηλέφωνο χτύπησε επίμονα. Ο Αντώνης σήκωσε το ακουστικό, αλλά από την άλλη γραμμή δεν ακούστηκε οικεία φωνή. Μια βραχνηή, παγωμένη και παραμορφωμένη φωνή πρόφερε λίγες, κοφτές κουβέντες που έκαναν το αίμα του να παγώσει: «Τα παιδιά σας... ο Τάσος και η Ελπίδα... έχουν
σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ τους. Ψάξτε τους πριν είναι αργά». Πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη, η γραμμή έκλεισε. Η Έφη, βλέποντας το χλωμό πρόσωπο του άντρα της, κατάλαβε αμέσως ότι κάτι κακό είχε συμβεί. Μέσα σε λίγες ώρες, με την πρώτη διαθέσιμη πτήση, οι δύο γονείς βρίσκονταν στο αεροπλάνο για Λονδίνο, με την καρδιά τους να σφίγγεται από έναν ανείπωτο τρόμο.Η αποκάλυψη του εφιάλτη
Το ταξί τους άφησε έξω από το σπίτι των παιδιών αργά το βράδυ. Η κατοικία ήταν σχετικά απομονωμένη, περιτριγυρισμένη από πυκνά δέντρα, γεγονός που εξηγούσε γιατί κανείς από τη γειτονιά δεν είχε παρατηρήσει τίποτα περίεργο. Τα φώτα ήταν σβηστά. Ο Αντώνης, χρησιμοποιώντας το αντικλείδι του, άνοιξε την πόρτα. Πριν προλάβουν να κάνουν δύο βήματα στο διάδρομο, μια ανυπόφορη, βαριά μυρωδιά αποσύνθεσης τους χτύπησε στο πρόσωπο. Η Έφη έπνιξε μια κραυγή. Ο Αντώνης, με το αστυνομικό του ένστικτο να ξυπνά με τον πιο οδυνηρό τρόπο, προχώρησε προς το σαλόνι και άναψε το φως.
Αυτό που αντίκρυσαν θα στοίχειωνε τις νύχτες τους για πάντα. Ο Τάσος κρεμόταν από το ταβάνι, νεκρός. Από την κατάσταση του σώματός του, ο Αντώνης κατάλαβε αμέσως ότι το παλικάρι τους ήταν νεκρό για αρκετές ημέρες, ίσως και εβδομάδες. Η Έφη κατέρρευσε στο πάτωμα, ξεσπώντας σε βουβά δάκρυα, ενώ ο Αντώνης, τρέμοντας ολόκληρος, άρχισε να ψάχνει μανιωδώς τους υπόλοιπους χώρους. «Ελπίδα!» φώναζε, όμως η κόρη τους ήταν άφαντη. Το δωμάτιό της ήταν τακτοποιημένο, αλλά εκείνη δεν βρισκόταν πουθενά.
Διαβάστε επίσης: Ο Ψίθυρος του Τρίτου Λεπτού: Ένα Διήγημα Τρόμου Μέσα στη Νύχτα
Το σκοτεινό μυστικό της αβύσσου
Το επόμενο πρωί, η βρετανική αστυνομία είχε αποκλείσει το χώρο, ενώ ο Αντώνης επισκέφθηκε το πανεπιστήμιο. Εκεί τον περίμενε ένα ακόμα σοκ: η γραμματεία τον πληροφόρησε ότι η Ελπίδα είχε να πατήσει στις παραδόσεις πάνω από έναν μήνα. Τι είχε συμβεί; Ποιος ήταν ο άνθρωπος πίσω από το ανώνυμο τηλεφώνημα; Η απάντηση δεν άργησε να έρθει, κρυμμένη σε ένα μικρό, ψηφιακό καταγραφικό φωνής που βρήκε η σήμανση κάτω από το κρεβάτι του άτυχου Τάσου.
Ο Αντώνης άκουσε το ηχητικό ντοκουμέντο με κομμένη την ανάσα. Δεν υπήρχε καμία αιμομιξία. Η αλήθεια ήταν πολύ πιο εφιαλτική. Η Ελπίδα είχε μπλέξει με μια επικίνδυνη, σκοτεινή αίρεση των προαστίων, η οποία την είχε χειραγωγήσει πλήρως. Ο Τάσος, ανακαλύπτοντας την αλήθεια, προσπάθησε να τη σώσει και να την κρατήσει κλειδωμένη στο σπίτι για να την αποτοξινώσει από την επιρροή τους. Η αίρεση, όμως, έμαθε τα πάντα. Ανάγκασαν την ίδια την Ελπίδα, σε κατάσταση πλήρους αμνησίας και πλύσης εγκεφάλου, να βοηθήσει στη δολοφονία του αδερφού της, η οποία σκηνοθετήθηκε ως αυτοκτονία.
Το ανώνυμο τηλεφώνημα στην Ελλάδα δεν ήταν παρά ένα αρρωστημένο παιχνίδι των δραστών για να φέρουν τους γονείς στο σημείο της τραγωδίας. Στο τέλος του ηχητικού, ακούστηκε η φωνή της ίδιας της Ελπίδας, ψυχρή και απόκοσμη, να λέει: «Αντώνη, Έφη... μην με ψάξετε. Τώρα ανήκω στην πραγματική μου οικογένεια». Ο Αντώνης κοίταξε την Έφη στα μάτια. Ο έμπειρος αστυνομικός ήξερε ότι η υπόθεση αυτή είχε κλείσει για τις αρχές, αλλά για τον ίδιο, η μεγαλύτερη και πιο επικίνδυνη καταδίωξη της ζωής του είχε μόλις ξεκινήσει στα σκοτεινά στενά του Λονδίνου.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου