Ένας απρόσμενος θάνατος: Το σκοτεινό ψυχολογικό διήγημα που θα σας καθηλώσει
Ο Ορέστης κοίταξε το ρολόι του χεριού του. Ήταν ακριβώς 11:45 το βράδυ. Η βροχή χτυπούσε ρυθμικά τα τζάμια του παλιού αρχοντικού στην Κηφισιά, δημιουργώντας μια υπόκωφη μουσική υπόκρουση που ταίριαζε απόλυτα με τους χτύπους της καρδιάς του. Εδώ και έξι μήνες, ολόκληρη η ζωή του είχε εκμηδενιστεί και είχε αναδιοργανωθεί γύρω από έναν και μοναδικό σκοπό: τη δολοφονία του θείου του, του πάμπλουτου και αυταρχικού βιομήχανου Ευγένιου Δαμιανού.
Ο Ευγένιος ήταν ένας άνθρωπος χωρίς κληρονόμους, εκτός από τον Ορέστη. Όμως, αντί να τον βοηθήσει στα τεράστια χρέη που είχαν πνίξει την επιχείρησή του, ο θείος του απολάμβανε να τον ταπεινώνει, υπενθυμίζοντάς του καθημερινά την αποτυχία του. «Τα λεφτά κερδίζονται με αίμα, Ορέστη, δεν χαρίζονται», του έλεγε με εκείνο το παγωμένο, ειρωνικό χαμόγελο. Εκείνη τη νύχτα, ο Ορέστης είχε αποφασίσει ότι το αίμα που χρειαζόταν θα ήταν του ίδιου του Ευγένιου.
Το Σχέδιο του Τέλειου Εγκλήματος
Το πλάνο ήταν αριστουργηματικό. Ο Ευγένιος έπασχε από βαριά καρδιακή ανεπάρκεια και λάμβανε καθημερινά μια συγκεκριμένη δόση ψηφιακίδας, ενός ισχυρού καρδιοτονωτικού φαρμάκου. Ο Ορέστης, εκμεταλλευόμενος την πρόσβασή του στο σπίτι, είχε καταφέρει να προμηθευτεί καθαρή σκόνη της ίδιας ουσίας από το εξωτερικό. Η υπερβολική δόση θα προκαλούσε μια εκοφαντική ανακοπή, η οποία, στα μάτια των γιατρών και του ιατροδικαστή, θα φάνταζε ως η φυσική, αναμενόμενη εξέλιξη της χρόνιας ασθένειάς του.
Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να ρίξει τη λευκή σκόνη στο ακριβό, παλαιωμένο ουίσκι που ο Ευγένιος έπινε πάντα πριν κοιμηθεί, στο σκοτεινό του γραφείο. Η υπηρεσία είχε σχολάσει από τις εννέα. Το σπίτι ήταν άδειο. Ο Ορέστης μπήκε από την πίσω πόρτα, φορώντας γάντια, και κατευθύνθηκε με απόλυτη σιωπή προς το γραφείο. Το κρυστάλλινο ποτήρι βρισκόταν ήδη εκεί, δίπλα στο μισογεμάτο μπουκάλι. Με σταθερά χέρια, άνοιξε το μικρό χάρτινο φάκελο, άδειοσε τη σκόνη στο ποτήρι και το ανακίνησε ελαφρώς μέχρι το φάρμακο να διαλυθεί εντελώς στο κεχριμπαρένιο υγρό. Τοποθέτησε το ποτήρι ακριβώς στην ίδια θέση.
Η Αναμονή στο Σκοτάδι
Το μόνο που έμενε τώρα ήταν να κρυφτεί πίσω από τις βαριές, βελούδινες κουρτίνες της βιβλιοθήκης και να περιμένει. Σε λίγα λεπτά, ο θείος του θα κατέβαινε για το καθιερωμένο του ποτό. Ο Ορέστης ένιωθε την αδρεναλίνη να πλημμυρίζει το σώμα του. Δεν ένιωθε τύψεις, μόνο μια απέραντη ανακούφιση. Σε λίγες ώρες, τα χρέη του θα εξαφανίζονταν. Θα ήταν ελεύθερος. Θα ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος της μοίρας του.
Διαβάστε επίσης: Ψυχολογικό Θρίλερ: Ο τελευταίος επιζών και η σιωπή των νεκρών
Ο ήχος από τα βήματα του Ευγένιου ακούστηκε στη σκάλα. Η πόρτα του γραφείου άνοιξε και η βαριά φιγούρα του ηλικιωμένου άνδρα μπήκε στο δωμάτιο. Ο Ευγένιος κάθισε στη δερμάτινη πολυθρόνα του, αναστέναξε βαριά και άπλωσε το χέρι του προς το κρυστάλλινο ποτήρι. Το έφερε στα χείλη του και πήρε μια μεγάλη γουλιά. Ο Ορέστης κρατούσε την ανάσα του πίσω από την κουρτίνα, μετρώντας τα δευτερόλεπτα. Όμως, ο Ευγένιος δεν συνέχισε με το ποτήρι. Το άφησε πάλι στο γραφείο, κοίταξε προς το μέρος της κουρτίνας και είπε με μια φωνή παράξενα ήρεμη, σχεδόν τρυφερή: «Μπορείς να βγεις, Ορέστη. Ξέρω ότι είσαι εκεί».
Το Ανατρεπτικό Φινάλε: Ένας Απρόσμενος Θάνατος
Ο Ορέστης πάγωσε. Το αίμα του έφυγε από το πρόσωπο. Βγήκε αργά από την κρυψώνα του, με τα χέρια να τρέμουν. «Θείε... πώς...» ψιθύρισε, ανίκανος να αρθρώσει λέξη. Ο Ευγένιος τον κοίταξε στα μάτια, και για πρώτη φορά, το χαμόγελό του δεν είχε ίχνος ειρωνείας, παρά μόνο μια βαθιά, απέραντη θλίψη.
«Νόμιζες ότι δεν έβλεπα τα χρέη σου; Νόμιζες ότι δεν ήξερα πόσο με μισούσες;», ρώτησε ο ηλικιωμένος άνδρας, ενώ η αναπνοή του άρχισε να γίνεται πιο βαριά. «Ο γιατρός μου είπε χθες ότι μου απομένουν λιγότερες από δέκα μέρες ζωής. Η καρδιά μου παραδίδει το πνεύμα, Ορέστη. Αλλά δεν ήθελα να πεθάνω σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου. Ήθελα να δω μέχρι πού μπορεί να φτάσει η απληστία σου».
Ο Ορέστης έκανε ένα βήμα μπροστά, αλλά ο Ευγένιος σήκωσε το χέρι του, σταματώντας τον. «Μην πλησιάζεις. Είναι ήδη αργά. Πριν μπεις στο σπίτι, άλλαξα το περιεχόμενο του μπουκαλιού. Το ποτήρι που δηλητηρίασες... ήταν το δικό μου. Αλλά το μπουκάλι από το οποίο ήπιες εσύ το μεσημέρι, όταν ήρθες να με επισκεφθείς... περιείχε το ίδιο ακριβώς πράγμα. Ήθελα να δω αν θα είχες το θάρρος να με σταματήσεις απόψε, ξέροντας ότι αν πεθάνω, δεν θα προλάβεις ποτέ να σωθείς».
Ένας ξαφνικός, οξύς πόνος σκέπασε το στήθος του Ορέστη. Τα μάτια του οργίστηκαν, καθώς το σκοτάδι άρχισε να στενεύει γύρω του. Κοίταξε τον θείο του, ο οποίος άρχισε επίσης να καταρρέει στην πολυθρόνα. Ο θάνατος είχε έρθει τελικά εκείνη τη νύχτα στο δωμάτιο. Ήταν όντως ένας απρόσμενος θάνατος—ένας θάνατος που είχε σχεδιαστεί για έναν, αλλά είχε κλειδώσει τις μοίρες και των δύο, αφήνοντας την τεράστια περιουσία να σαπίσει μέσα στη σιωπή του άδειου αρχοντικού.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου