Ψυχολογικό Θρίλερ: Ο τελευταίος επιζών και η σιωπή των νεκρών
Η απληστία είναι σαν το σαράκι. Τρέφεται αθόρυβα με την ανθρώπινη ψυχή, μέχρι που δεν απομένει τίποτα όσιο μέσα της. Ο Μάνος, ο Νίκος, ο Στέλιος και ο Χρήστος δεν ήταν απλώς φίλοι· μοιράζονταν για χρόνια το ίδιο πάθος. Ήταν κυνηγοί χαμένων θησαυρών. Είχαν ξοδέψει περιουσίες σε εξελιγμένους ανιχνευτές μετάλλων, χάρτες και γεωραντάρ, χτενίζοντας βουνά και ερειπωμένα χωριά, αναζητώντας τη δική τους "μεγάλη μπάζα".
Η Ανακάλυψη στο Ρέμα του Διαβόλου
Εκείνη τη βροχερή νύχτα του Νοέμβρη, ο ανιχνευτής του Μάνου άρχισε να χτυπά δαιμονισμένα κοντά στις ρίζες μιας αιωνόβιας βελανιδιάς. Μετά από δύο ώρες σκληρού σκαψίματος, οι φτυαριές τους χτύπησαν σε κάτι σκληρό. Καθαρίζοντας το λασπωμένο χώμα, βρέθηκαν μπροστά σε ένα μεγάλο, άθικτο πήλινο κιούπι. Όταν έσπασαν το σφράγισμά του, το φως των φακών τους αντανακλάστηκε πάνω σε εκατοντάδες χρυσές λίρες. Ήταν εκατομμύρια. Η τύχη τους είχε χαμογελάσει.
Όμως, μαζί με τον θησαυρό, απελευθερώθηκε και κάτι άλλο. Μια βαριά, παγωμένη μυρωδιά σάπιου χώματος απλώθηκε γύρω τους. «Κανείς δεν θα μάθει τίποτα. Αν το πούμε, το κράτος θα μας τα πάρει όλα», ψιθύρισε ο Χρήστος. Συμφώνησαν να κρύψουν το κιούπι σε μια απόμερη αποθήκη του Νίκου μέχρι να βρουν τρόπο να τις ξεπλύνουν. Δεν ήξεραν ότι είχαν υπογράψει την καταδίκη τους.
Το Αιματηρό Ντόμινο και η Ένοχη Σιωπή
Τρεις μέρες μετά, ο Στέλιος βρέθηκε νεκρός μέσα στο σπίτι του. Το σώμα του ήταν παραμορφωμένο, με τα μάτια του ορθάνοιχτα από απόλυτο τρόμο, σαν να είχε δει τον ίδιο τον θάνατο. Στον λαιμό του υπήρχαν βαθιά σημάδια, σαν να τον είχε πνίξει κάποιος με απάνθρωπη, μυϊκή δύναμη. Οι τρεις εναπομειναντες πάγωσαν. «Αν πάμε στην αστυνομία, θα ψάξουν τα πάντα. Θα χάσουμε τις λίρες», είπε ο Μάνος με τα μάτια του να γυαλίζουν από έναν περίεργο πυρετό. Η απληστία νίκησε τη φιλία. Έθαψαν τον Στέλιο κρυφά στο δάσος.
Το κακό όμως δεν σταμάτησε. Μια εβδομάδα αργότερα, ο Χρήστος πνίγηκε στην ίδια του την μπανιέρα, σε μόλις δέκα εκατοστά νερό. Πριν πεθάνει, είχε προλάβει να χαράξει με τα νύχια του στο πλακάκι τη λέξη: «ΑΥΤΟ». Ο Μάνος και ο Νίκος κοιτάζονταν πλέον με απόλυτη καχυποψία. Ο καθένας πίστευε ότι ο άλλος ήταν ο δολοφόνος που ήθελε τον θησαυρό για τον εαυτό του. Όταν ο Νίκος βρέθηκε κατακρεουργημένος στην αποθήκη, δίπλα στο κιούπι, ο Μάνος έμεινε ο τελευταίος επιζών. Μάζεψε τις λίρες, κλείστηκε στο σπίτι του και άρχισε να παρανοεί, ακούγοντας βήματα στους τοίχους.
Η Σύλληψη και η Σκοτεινή Αλήθεια
Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε όταν ένας βοσκός σκόνταψε πάνω στο μισοφαγωμένο πτώμα του Στέλιου στο δάσος. Η έρευνα της αστυνομίας ήταν καταιγιστική. Στο σπίτι του Μάνου βρέθηκαν όχι μόνο οι χρυσές λίρες, αλλά και αποτυπώματα, καθώς και ρούχα με το αίμα του Νίκου. Οι κατηγορίες ήταν ξεκάθαρες: δολοφονίες κατ' εξακολούθηση από καθαρή απληστία.
Στην ανάκριση, ο Μάνος, ράκος πλέον, ούρλιαζε ότι ήταν αθώος. «Δεν τους σκότωσα εγώ! Το κιούπι ήταν φυλακή! Κάτι βγήκε μαζί με τις λίρες! Μας ήθελε όλους νεκρούς!». Οι αστυνομικοί χαμογελούσαν ειρωνικά με τα εφευρήματα του «παρανοϊκού δολοφόνου».
Λίγες ώρες μετά, ο Μάνος μεταφέρθηκε στο κελί του. Καθώς η βαριά σιδερένια πόρτα έκλεισε, ο αστυνόμος κοίταξε τις κατασχεμένες χρυσές λίρες πάνω στο γραφείο του. Πήρε μία στο χέρι του, θαυμάζοντας τη λάμψη της. Ξαφνικά, τα φώτα του τμήματος άρχισαν να τρεμοπαίζουν. Η θερμοκρασία στο δωμάτιο έπεσε κάτω από το μηδέν και μια βαριά μυρωδιά σάπιου χώματος απλώθηκε στον διάδρομο. Από τη σκιά πίσω από το γραφείο, δύο απόκοσμα, πεινασμένα μάτια άνοιξαν, κοιτάζοντας τον νέο τους ιδιοκτήτη. Ο Μάνος έλεγε την αλήθεια. Όμως, η κατάρα είχε ήδη βρει τον επόμενο στόχο της.
Μια πρωτότυπη ιστορία μυστηρίου για τις Μυθιστορίες



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου