Ο πραματευτής (Διήγημα)
ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗ ΤΟΝ ΞΕΡΑΝ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ. Ούτε ρώτησε κανείς τ’ όνομά του, ούτ’ εκείνος το ’πε ποτέ σε κανέναν. Λιγόλογος. Μέτριο, γεροδεμένο κορμί. Πυκνά, σμιχτά φρύδια σκέπαζαν δυο μάτια βαριά. Νιότερος γνωρίζονταν από μια μεγάλη λοξή χαρακιά που ξεκίναγε από το μέτωπο, πέρναγε από το αριστερό μάτι και χάνονταν μέσα στα γένια του. Γερνώντας, κι άλλες αδερφάδες της σκάλισαν το πρόσωπό του. Από κακουχίες σκληρές και έγνοιες, αυτές. Χαράχτηκαν όμως αργά, συμπονετικά. Η πρώτη γίνηκε μεμιάς από πιβουλή ανθρώπινη. Φορούσε τον πιο πολύ καιρό μια κάπα με κουκούλα. Μαύρη χοντρή τριχιά. Tον φύλαγε από το βαρύ μακεδονίτικο κρύο και τον τύλιγε στον μαύρο ύπνο του.