«Αγνώστου ονόματος» (Διήγημα του Γιώργου Ξ. Ματζουράνη)
«Αγνώστου ονόματος» του Γιώργου Ξ. Ματζουράνη Η μαύρη γυναίκα έσφιγγε τα λευκά της δόντια, πάλευε με τον πόνο – όχι, να μην καταλάβει κανείς πως υποφέρει, μόνη της θέλησε ν’ ακολουθήσει τον άντρα της σε τούτες τις παγάνες, ξέροντας πως γρήγορα θα γεννήσει, μόνη πρέπει να τα καταφέρει τώρα που ήρθε η ώρα· να μην απασχολήσει μήτε στιγμή τους άντρες. Άλλο στον κόσμο δεν είχε παρά τον άντρα της· αν έμενε στην καλύβα τους δε θάχε τίποτα περισσότερο απ’ ότι σ’ αυτή τη σπηλιά, εκτός από ένα κάδο νερό, μια κατσικοπροβιά ν’ ακουμπήσει το μωρό και μια γειτόνισσα. Κι αν περνούσε ο Βέλγος να πατήσει το παιδί, να πατήσει την καλύβα, στάχτη και ντροπή, πιο καλά με το Μουνιανκίντι στο δάσος. Δε μπορεί να σταθεί πιά όρθια, η δουλειά της γίνεται και καθιστή, γεμίζει τα όπλα που της πετούν τα