Μια Απλώστρα Γεμάτη Εκατομμύρια (Ιστορία Μαύρου Χιούμορ)
Ο Μπάμπης καθόταν στην άκρη της ταράτσας. Κρατούσε ένα μισοφαγωμένο σουβλάκι στο ένα χέρι. Στο άλλο κρατούσε έναν πυροκροτητή. «Όλα τα θυμάμαι σου λέω!» ούρλιαξε στο τηλέφωνο. «Μπάμπη, ηρέμησε», ακούστηκε η φωνή του συνεργάτη του από το ακουστικό. «Έχεις Αλτσχάιμερ σε αρχικό στάδιο. Ο γιατρός είπε...» «Ο γιατρός είναι στημένος από την κυβέρνηση!» τον διέκοψε ο Μπάμπης. Έκανε μια γουλιά από την παγωμένη του μπίρα. «Θυμάμαι τη βάπτισή μου. Θυμάμαι που ξέχασες να μου επιστρέψεις εκείνο το πενηντάρικο το 1994. Και κυρίως, θυμάμαι πού κρύψαμε τα λύτρα από τη ληστεία της τράπεζας!» «Μπάμπη... τη ληστεία την κάναμε σήμερα το πρωί. Πριν δύο ώρες!» Ο Μπάμπης κοίταξε τον σάκο με τα εκατομμύρια δίπλα στα πόδια του. Μετά κοίταξε κάτω. Ο δρόμος ήταν γεμάτος περιπολικά. Οι σειρήνες έσκουζαν. «Λεπτομέρειες!» είπε ο Μπάμπης και πέταξε το αλουμινόχαρτο από το σουβλάκι. Ξαφνικά, η πόρτα της ταράτσας έσπασε με πάταγο. Τρεις πάνοπλοι αστυνομικοί των ΕΚΑΜ όρμησαν έξω. «Ψηλά τα χέρια!» φώναξε ο πρώτος. Ο Μπ...