«Χριστούγεννα στη στέγη του κόσμου». Διήγημα του Έρνεστ Χέμινγουεϊ
Μετάφραση: Δέσπω Παπαγρηγοράκη Πριν ακόμα ξημερώσει, η Ίντα, η μικρή Γερμανίδα καμαριέρα, μπήκε και άναψε τη φωτιά στη μεγάλη πορσελάνινη σόμπα, και το πευκόξυλο που καιγόταν άρχισε να μουγκρίζει μέσα στην καπνοδόχο. Έξω από το παράθυρο, απλωνόταν ως κάτω μακριά η λίμνη, γκρίζα στο χρώμα του ατσαλιού, με τα χιονισμένα βουνά να υψώνονται ακανόνιστα από πάνω της, και ακόμη πιο μακριά πάνω από αυτά το ογκώδες δόντι της οροσειράς Dent du Midi, που άρχιζε να φωτίζεται με το πρώτο άγγιγμα του πρωινού.