ΣΤΕΙΛΤΕ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΚΕΙΜΕΝΑ

Ιστορίες σε εξέλιξη. Κάθε ανάρτηση,συνέχεια της ιστορίας. Η συνέχεια των ιστοριών θα ανεβαίνουν καθημερινά. Μπορείτε να στέλνετε τις δικές σας ιστορίες στο tinios60@gmail.com Με την Ένδειξη για Ανάρτηση

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Μια Απλώστρα Γεμάτη Εκατομμύρια (Ιστορία Μαύρου Χιούμορ)

«Μπαλκόνια παλιάς πολυκατοικίας με απλωμένα ρούχα και σεντόνια, που αποτελούν το σκηνικό για το χιουμοριστικό διήγημα Μια Απλώστρα Γεμάτη Εκατομμύρια.»

Ο Μπάμπης καθόταν στην άκρη της ταράτσας. Κρατούσε ένα μισοφαγωμένο σουβλάκι στο ένα χέρι. Στο άλλο κρατούσε έναν πυροκροτητή.

«Όλα τα θυμάμαι σου λέω!» ούρλιαξε στο τηλέφωνο.
«Μπάμπη, ηρέμησε», ακούστηκε η φωνή του συνεργάτη του από το ακουστικό. «Έχεις Αλτσχάιμερ σε αρχικό στάδιο. Ο γιατρός είπε...»
«Ο γιατρός είναι στημένος από την κυβέρνηση!» τον διέκοψε ο Μπάμπης. Έκανε μια γουλιά από την παγωμένη του μπίρα. «Θυμάμαι τη βάπτισή μου. Θυμάμαι που ξέχασες να μου επιστρέψεις εκείνο το πενηντάρικο το 1994. Και κυρίως, θυμάμαι πού κρύψαμε τα λύτρα από τη ληστεία της τράπεζας!»
«Μπάμπη... τη ληστεία την κάναμε σήμερα το πρωί. Πριν δύο ώρες!»
Ο Μπάμπης κοίταξε τον σάκο με τα εκατομμύρια δίπλα στα πόδια του. Μετά κοίταξε κάτω. Ο δρόμος ήταν γεμάτος περιπολικά. Οι σειρήνες έσκουζαν.
«Λεπτομέρειες!» είπε ο Μπάμπης και πέταξε το αλουμινόχαρτο από το σουβλάκι.
Ξαφνικά, η πόρτα της ταράτσας έσπασε με πάταγο. Τρεις πάνοπλοι αστυνομικοί των ΕΚΑΜ όρμησαν έξω.
«Ψηλά τα χέρια!» φώναξε ο πρώτος.
Ο Μπάμπης, με τα αντανακλαστικά ενός ανθρώπου που έχει επιζήσει από τρεις χρεοκοπίες και δύο γάμους, έκανε μια θεαματική πιρουέτα. Γλίστρησε πάνω στα λάδια της ψησταριάς του ορόφου. Έπεσε με την πλάτη, αλλά κατάφερε να κλοτσήσει τον πρώτο αστυνομικό στα καλάμια.
Με μια απελπισμένη κίνηση, άρπαξε τον σάκο με τα λεφτά και πήδηξε στο διπλανό μπαλκόνι. Η απόσταση ήταν δύο μέτρα. Για έναν εβδομηντάχρονο, έμοιαζε με τον Ατλαντικό Ωκεανό.
Η προσγείωση, όμως, δεν πήγε βάσει σχεδίου. Αντί για το πάτωμα, ο Μπάμπης έπεσε με ορμή πάνω σε μια στιβαρή, μεταλλική απλώστρα γεμάτη σεντόνια και βαριά ρούχα. Το πόδι του μπερδεύτηκε σε ένα χοντρό σχοινί, η απλώστρα αναποδογύρισε και, πριν καταλάβει τι συμβαίνει, βρέθηκε να κρέμεται ανάποδα στο κενό, ανάμεσα στον δεύτερο και τον πρώτο όροφο.
«Ρε παιδιά, μισό λεπτό, πονάει η μέση μου!» γόηξε ο Μπάμπης καθώς αιωρούνταν σαν εκκρεμές.
Καθώς κρεμόταν ανάποδα, το φερμουάρ του σάκου υποχώρησε. Χιλιάδες χαρτονομίσματα των 50 ευρώ άخرισαν να πέφτουν βροχή στον γεμάτο κόσμο δρόμο. Από κάτω, περαστικοί, οδηγοί ταξί και θαμώνες της καφετέριας κοίταξαν ψηλά, είδαν τα λεφτά να πέφτουν σαν χιόνι και άρχισαν να πανηγυρίζουν έξαλλα, τρέχοντας να μαζέψουν όσα περισσότερα μπορούσαν. Οι αστυνομικοί προσπαθούσαν μάταια να συγκρατήσουν το πλήθος, ενώ ο κόσμος νόμιζε ότι πρόκειται για κάποιου είδους εκκεντρική διαμαρτυρία.
Μέσα στο χάος, το τηλέφωνο που ήταν σφηνωμένο στο αυτί του Μπάμπη ακόμα δούλευε. «Μπάμπη; Ζεις; Πού είναι τα λεφτά;»
Ο Μπάμπης, βλέποντας τον κόσμο από κάτω να μαζεύει τα ευρώ, ένιωσε μια βαθιά, μελαγχολική θλίψη να τον κυριεύει για την απώλεια της περιουσίας του. Όμως, καθώς το αίμα ανέβαινε στο κεφάλι του, η μνήμη του έκανε πάλι ένα περίεργο παιχνίδι.
«Τι λεφτά;» ρώτησε με απόλυτη ειλικρίνεια. «Ποιος είσαι εσύ; Και γιατί ο κόσμος από κάτω με χειροκροτεί ενώ κρέμομαι σαν το σαλάμι;»
«Μπάμπη, μην αρχίζεις πάλι...»
«Όλα τα θυμάμαι σου λέω!» φώναξε ο Μπάμπης στους αστυνομικούς που τον κοιτούσαν έκπληκτοι από το πάνω μπαλκόνι. «Εκτός από το πώς βρέθηκα να κάνω ακροβατικά στην Κυψέλη».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου