ΣΤΕΙΛΤΕ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΚΕΙΜΕΝΑ

Ιστορίες σε εξέλιξη. Κάθε ανάρτηση,συνέχεια της ιστορίας. Η συνέχεια των ιστοριών θα ανεβαίνουν καθημερινά. Μπορείτε να στέλνετε τις δικές σας ιστορίες στο tinios60@gmail.com Με την Ένδειξη για Ανάρτηση

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Ανάμεσα στον Νίτσε και την Πίστη: Η τελική επιλογή ενός φιλολόγου ( Διήγημα)

Ανοιχτό βιβλίο με ελληνικό κείμενο πάνω σε ξύλινο τραπέζι, διακοσμημένο με ξύλινα χριστουγεννιάτικα στοιχεία, για το διήγημα «Ανάμεσα στον Νίτσε και την Πίστη».

Κεφάλαιο 1: Η Σκόνη των Βιβλίων και της Ψυχής

Στα σαράντα του χρόνια, ο Σταύρος ένιωθε τη ζωή του σαν ένα κακώς μεταφρασμένο κείμενο. Ήταν καθηγητής φιλολογίας σε ένα δημόσιο λύκειο της Αθήνας. Οι μέρες του κυλούσαν ανάμεσα σε εφηβικές φωνές, διορθώσεις γραπτών με κόκκινο στιλό και αναλύσεις αρχαίων κειμένων.
Το πραγματικό του πεδίο μάχης, όμως, βρισκόταν στο σπίτι του. Το γραφείο του ήταν ένας ζωντανός καθρέφτης της διχασμένης του ψυχής. Στα αριστερά ράφια, οι τόμοι των Πατέρων της Εκκλησίας και η Αγία Γραφή. Στα δεξιά, ο Νίτσε, ο Καμύ και οι σύγχρονες θεωρίες της κβαντικής φυσικής για το τυχαίο του σύμπαντος.
«Κύριε, τελικά υπάρχει Θεός ή είμαστε απλώς αστρική σκόνη;» τον είχε ρωτήσει μια μέρα ένας μαθητής της Γ’ Λυκείου.
Ο Σταύρος είχε χαμογελάσει αμήχανα. «Η επιστήμη ψάχνει το "πώς", η πίστη το "γιατί", παιδιά», είχε απαντήσει, χρησιμοποιώντας ένα έτοιμο κλισέ για να κρύψει το δικό του κενό. Τα βράδια, η λογική του απαιτούσε χειροπιαστές αποδείξεις, αλλά η καρδιά του νοσταλγούσε την τυφλή βεβαιότητα της παιδικής του ηλικίας. Ζούσε σε μια μόνιμη, εξαντλητική πνευματική γκρίζα ζώνη.
Κεφάλαιο 2: Η Νύχτα που ο Χρόνος Πάγωσε
Όλα ανατράπηκαν ένα βροχερό βράδυ Παρασκευής, στα τέλη του Νοέμβρη. Το σχολείο είχε αδειάσει προ πολλού. Ο Σταύρος είχε μείνει μόνος στην αίθουσα καθηγητών για να τελειώσει τη βαθμολογία του τριμήνου. Ο ήχος της βροχής που χτυπούσε τα τζάμια ήταν ο μόνος θόρυβος στο σκοτεινό κτίριο.
Γύρω στις εννέα το βράδυ, μάζεψε τα πράγματά του και βγήκε στον μεγάλο διάδρομο. Καθώς περνούσε έξω από τη σχολική βιβλιοθήκη, ένιωσε μια απότομη πτώση της θερμοκρασίας. Η ανάσα του βγήκε σαν λευκός ατμός.
Ξαφνικά, τα φώτα του διαδρόμου τρεμόπαιξαν και έσβησαν, βυθίζοντας το σχολείο στο απόλυτο σκοτάδι.
Ο Σταύρος έβγαλε το κινητό του για να ανάψει τον φακό, αλλά η οθόνη ήταν νεκρή. Τότε, μέσα από τη μισάνοιχτη πόρτα της βιβλιοθήκης, ξεχύθηκε ένα αλλόκοτο, υπόλευκο φως. Δεν έμοιαζε με το φως του ηλεκτρισμού· ήταν πυκνό, ήρεμο και έμοιαζε να πάλλεται.
Με την καρδιά του να χτυπάει δυνατά, έσπρωξε την πόρτα. Αυτό που αντίκρισε αψήφησε κάθε νόμο της φυσικής που είχε διαβάσει ποτέ.
Εκατοντάδες βιβλία είχαν βγει από τα ράφια τους και αιωρούνταν στον αέρα, σχηματίζοντας έναν αργό, ομόκεντρο κύκλο γύρω από το κέντρο της αίθουσας. Ο ήχος των σελίδων που γύριζαν μόνες τους ακουγόταν σαν το θρόισμα χιλιάδων φύλλων στο δάσος. Στο επίκεντρο αυτού του στροβίλου, ένα παλιό, δερματόδετο βιβλίο εξέπεμπε εκείνη την απόκοσμη λάμψη.
Ο Σταύρος προσπάθησε να κάνει ένα βήμα πίσω, αλλά τα πόδια του δεν υπακούσαν. Ο φόβος, όμως, κράτησε μόνο για μια στιγμή. Αμέσως μετά, μια πρωτόγνωρη, βαθιά γαλήνη τον πλημμύρισε. Ήταν σαν όλες οι ερωτήσεις που τον βασάνιζαν για χρόνια να απαντήθηκαν ταυτόχρονα, χωρίς λέξεις. Ο χρόνος φάνηκε να σταματά.
Κεφάλαιο 3: Η Επιλογή
Με έναν απαλό ήχο, τα αιωρούμενα βιβλία επέστρεψαν στις θέσεις τους, εκτός από το φωτεινό δερματόδετο αντίτυπο. Αυτό προσγειώθηκε αργά πάνω στο μεγάλο τραπέζι των αναγνωστηρίων, ανοιχτό διάπλατα.
Τα φώτα του σχολείου άναψαν και πάλι μεμιάς. Η ηλεκτρική ενέργεια επέστρεψε, αλλά ο κόσμος του Σταύρου είχε ήδη αλλάξει για πάντα.
Πλησίασε το τραπέζι με τρεμάμενα χέρια. Το βιβλίο ήταν μια παλιά έκδοση της Καινής Διαθήκης. Το φως είχε χαθεί, αλλά το μελάνι σε μια συγκεκριμένη σελίδα έμοιαζε ακόμα νωπό, λες και είχε γραφτεί εκείνη τη στιγμή. Το βλέμμα του καρφώθηκε στα λόγια του Ευαγγελίου:
«Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες». (Μακάριοι είναι εκείνοι που δεν είδαν και όμως πίστεψαν).
Ο Σταύρος άφησε μια βαθιά ανάσα, νιώθοντας ένα δάκρυ να κυλά στο μάγουλό του. Η ειρωνεία του πράγματος δεν του διέφυγε: ο Θεός ή το Σύμπαν του είχε δώσει μια χειροπιαστή απόδειξη, ακριβώς για να του πει ότι η πραγματική αξία βρίσκεται στο να πιστεύεις χωρίς αυτήν.
 
Όταν βγήκε από το σχολείο, η βροχή είχε σταματήσει. Κοίταξε τον καθαρό νυχτερινό ουρανό. Οι αμφιβολίες, ο κυνισμός και η ατέρμονη εσωτερική πάλη είχαν εξαφανιστεί. Ο σαραντάρης φιλόλογος δεν χρειαζόταν πλέον τα δεξιά ράφια της βιβλιοθήκης του. Είχε διαλέξει στρατόπεδο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου