Κεφάλαιο 1: Ο Ψίθυρος στην Ταβέρνα
Για όλη τη γειτονιά, ο Ντίνος ήταν απλώς «ο ρακοσυλλέκτης». Ένας μοναχικός άνδρας με φθαρμένα ρούχα, που γυρνούσε κάθε μέρα τους δρόμους σέρνοντας ένα σκουριασμένο καροτσάκι γεμάτο σίδερα και χαρτόνια. Κανείς δεν ήξερε ότι πίσω από τα λασπωμένα του χέρια κρυβόταν μια τεράστια περιουσία – εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ σε μετρητά και ράβδους χρυσού, κρυμμένα καλά στο υπόγειο του ετοιμόρροπου σπιτιού του, κληρονομιά από μια άλλη, ξεχασμένη ζωή.
Το μυστικό κρατήθηκε ασφαλές για δεκαετίες. Μέχρι εκείνο το βροχερό βράδυ στην ταβέρνα του κυρ-Θανάση. Ο Ντίνος, νικημένος από το πολύ κρασί, έχασε τον έλεγχο. «Με βλέπετε έτσι και με λυπμάστε, ρε;» ούρλιαξε με βαριά φωνή, χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι. «Αν ήθελα, σας αγόραζα όλους μαζί με τα μαγαζιά σας! Έχω τόσα θαμμένα που δεν τα βλέπετε ούτε στα όνειρά σας!» Το γέλιο στην ταβέρνα πάγωσε. Ανάμεσα στους θαμώνες, τρία ζευγάρια μάτια καρφώθηκαν πάνω του με ξαφνική, άγρια απληστία: ο κυρ-Θανάσης ο ταβερνιάρης που χρωστούσε παντού, ο Μάρκος ο αδίστακτος τζογαδόρος της γειτονιάς, και ο Στέλιος, ένας νεαρός τοξικομανής.
Κεφάλαιο 2: Το Ματωμένο Ξημέρωμα
Το επόμενο πρωί, η γειτονιά ξύπνησε από τις σειρήνες της αστυνομίας. Ο Ντίνος βρέθηκε νεκρός, μαχαιρωμένος στην κοιλιά, πεσμένος δίπλα σε έναν μεγάλο πράσινο κάδο σκουπιδιών στη γωνία του στενού του. Τα ρούχα του ήταν σκισμένα, σαν κάποιος να τον είχε ψάξει μανιωδώς.
Η αστυνομία στράφηκε αμέσως στους υπόπτους της ταβέρνας. Ο Στέλιος είχε εξαφανιστεί από το πρωί, ενώ ο Μάρκος βρέθηκε μερικές ώρες αργότερα να προσπαθεί να σπάσει την πόρτα του σπιτιού του Ντίνου. Οι υποψίες έπεσαν πάνω τους, και οι δύο συνελήφθησαν. Όμως, η αλήθεια ήταν πολύ πιο σκοτεινή και κρυβόταν πίσω από έναν άνθρωπο που κανείς δεν θα υποψιαζόταν ποτέ: τον ίδιο τον κυρ-Θανάση, τον καλοσυνάτο ταβερνιάρη.
Ο Θανάσης, πνιγμένος στα χρέη, είχε ακολουθήσει τον Ντίνο στο σκοτάδι μετά το κλείσιμο της ταβέρνας. Τον απείλησε με ένα μαχαίρι κουζίνας για να του πει πού κρύβει τα λεφτά. Όταν ο Ντίνος αντιστάθηκε, ο Θανάσης έχασε την ψυχραιμία του και τον μαχαίρωσε. Πριν ξεψυχήσει δίπλα στον κάδο, ο τρόμαγμένος ρακοσυλλέκτης πρόλαβε να ψιθυρίσει μια ψεύτικη τοποθεσία: «Στο παλιό πηγάδι... στο κτήμα έξω από την πόλη...».
Κεφάλαιο 3: Η Κατάρα του Χρυσού
Ο κυρ-Θανάσης, τυφλωμένος από το πάθος, έτρεξε αμέσως στο εγκαταλελειμμένο κτήμα. Μέσα στη νύχτα, έπεσε με τα μούτρα στο βαθύ, στεγνό πηγάδι, σκάβοντας μανιασμένα με τα χέρια του. Δεν βρήκε τίποτα. Στην προσπάθειά του να βγει, τα παλιά τοιχώματα του πηγαδιού υποχώρησαν, καταπλακώνοντάς τον. Ο δολοφόνος εγκλωβίστηκε στα έγκατα της γης, εκεί όπου κανείς δεν θα άκουγε τις κραυγές του.
Και τι απέγινε η πραγματική περιουσία του Ντίνου;
Λίγες μέρες μετά την κηδεία, ο Δήμος έστειλε ένα συνεργείο καθαρισμού για να αδειάσει το σπίτι του ρακοσυλλέκτη, πριν κατεδαφιστεί ως ετοιμόρροπο. Οι εργάτες πέταξαν όλα τα «σκουπίδια» του υπογείου –παλιές κούτες, εφημερίδες και σκουριασμένα κουτιά– κατευθείαν στην πρέσα του απορριμματοφόρου. Η τεράστια περιουσία, οι χιλιάδες λίρες και τα μετρητά που ο Ντίνος είχε κρύψει μέσα σε διπλά τοιχώματα παλιών χαρτοκιβωτίων, πολτοποιήθηκαν και θάφτηκαν για πάντα στη χωματερή της πόλης.
Ο χρυσός επέστρεψε εκεί απ' όπου ο Ντίνος τον μάζευε μια ζωή: στα σκουπίδια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου