ΣΤΕΙΛΤΕ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΚΕΙΜΕΝΑ

Ιστορίες σε εξέλιξη. Κάθε ανάρτηση,συνέχεια της ιστορίας. Η συνέχεια των ιστοριών θα ανεβαίνουν καθημερινά. Μπορείτε να στέλνετε τις δικές σας ιστορίες στο tinios60@gmail.com Με την Ένδειξη για Ανάρτηση

Παρασκευή 27 Οκτωβρίου 2023

ΣΑΝ ΨΕΜΑ Η ΑΛΗΘΕΙΑ (ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ 58η συνέχεια. Το αφόρητο πένθος)

Δείτε εδώ τις μέχρι τώρα συνέχειες σε ενιαίο κείμενο

Μπορείτε να αντιγράψετε τα κείμενα και να δημιουργήσετε αρχείο (WORLD ή OPEN OFFICE) ώστε να έχετε ενιαίο το κείμενο και στο τέλος ολοκληρωμένο το μυθιστόρημα


Δεν είχε ξαναδεί αυτή την πλευρά του χαρακτήρα του ο Αργύρης και αυτό ήταν μια μικρή παρηγοριά μέσα στον αφόρητο πόνο που βίωνε. Σηκώθηκε πάλι με αργές κινήσεις και στηρίχτηκε στο μπράτσο του Πετρή.

”Πάμε”, του είπε αποφασιστικά. “Πρέπει να μάθω τι έγινε”. 

Μια σκιά πέρασε από τα μάτια του Πετρή. 

“Μα έμαθες τι έγινε Αργύρη!”, του απάντησε. “Την κτύπησε αυτοκίνητο. Τι άλλο να μάθεις;”  

Με τρεμάμενα βήματα έφτασαν στο τηλέφωνο. Σχημάτισε τον αριθμό του Βασίλη και περίμενε. Το σήκωσε η Λένα και η φωνή της φανέρωνε πως έκλαιγε. 

“Δεν ξέρω τι να πω Αργύρη!”, την άκουσε να λέει όταν της είπε πως έμαθε για το θάνατο της Ελπίδας. “Κτυπούσαν σαν  λυσσασμένοι, δεν είναι άνθρωποι αυτοί! Ο Βασίλης είναι στο Λαϊκό με βαριά διάσειση. Τουλάχιστον αυτός τη γλύτωσε, όχι όμως και το Ελπιδάκι!”, και ξέσπασε πάλι σε λυγμούς. 

Το ακουστικό του έπεσε από το χέρι με αυτά που άκουσε. Ευτυχώς ο Πετρής πρόλαβε να τον κρατήσει πριν σωριαστεί και πάλι. 

“Την φάγανε οι μπινέδες!”, φώναξε με όση δύναμη του είχε απομείνει, και ο Πετρής του έκλεισε το στόμα με την παλάμη, γιατί ήδη κάποιοι τους κοιτούσαν καχύποπτα. 

Με πολύ κόπο κατάφερε να τον πείσει να ηρεμήσει. Το νοσοκομείο ήταν γεμάτο φανερούς και μυστικούς αστυνομικούς, όπως και άλλα περίεργα πρόσωπα που ο Πετρής δεν είχε καμία αμφιβολία για ποιους δούλευαν. Τον παρέσυρε στην έξοδο και τον έβαλε στο αυτοκίνητο. 

“Θα τους σκοτώσω!”, μουρμούρισε ο Αργύρης. “Θα τους βρω και θα τους σκοτώσω, το ορκίζομαι!” 

“Σύνελθε αγόρι μου!”, τον συμβούλεψε ο Πετρής. Έχεις να κάνεις με ένα πανίσχυρο σύστημα που μπορεί να εξαφανίσει όποιον θέλει χωρίς να δώσει λογαριασμό σε κανένα. Καταλαβαίνω τον πόνο σου, μην ξεχνάς έχω περάσει και εγώ παρόμοιες καταστάσεις, όμως πίστεψε με, δεν μπορεί κανείς να τα βάλει μαζί τους. Το είδες και μόνος σου χτες τη νύχτα!”

”Θα τους σκοτώσω!”, επανέλαβε μονότονα, ενώ τα δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλα του. 

Ο Πετρής αποφάσισε να μην παρακολουθήσει το παραλήρημα του. Με μικρή ταχύτητα κρατώντας τη δεξιά λωρίδα της λεωφόρου Κηφισού, κατευθύνθηκε προς τον Κορυδαλλό. Ο Αργύρης χαμένος στον κόσμο του άργησε να αντιληφθεί που πήγαιναν. 

“Που πάμε;”, ρώτησε βλέποντας αριστερά τον σταθμό των ΚΤΕΛ.

“Σπίτι σου, που αλλού;”, απόρησε ο Πετρής. 

“Στην Ελπίδα θα με πας!”, του φώναξε με αγριεμένο ύφος, και το ξάφνιασμα του Πετρή ήταν μεγάλο. 

Πρώτη φορά έβλεπε αυτή τη σκοτεινιά στα μάτια του αδελφού, κι αυτό τον τρόμαξε. Μπήκε δεξιά και πάρκαρε στην είσοδο μιας αντιπροσωπείας αυτοκινήτων.

Τον έπιασε από τους ώμους και τον ταρακούνησε.”Πρέπει να δεχτείς την πραγματικότητα μικρέ. Όσο φρικτό κι αν είναι και όσο και να σε πονάει, η Ελπίδα είναι νεκρή! Αν συνεχίσεις να κλείνεις τα μάτια στην αλήθεια θα υποφέρεις. Πολύ περισσότερο από όσο τώρα. Θα ζεις με το φάντασμα της και δεν θα ξεπεράσεις ποτέ το θάνατο της!” 

“Θέλω να είμαι κοντά της”, απάντησε με μια ψυχραιμία που δεν δικαιολογούσε η ταραγμένη ψυχή του. “Μέχρι να πέσει πάνω στο φέρετρο της και η τελευταία φτυαριά χώματος. Και ύστερα θα κλάψω, θα ματώσω και θα κρατήσω μια γωνιά της καρδιάς μου να μείνει εκεί για πάντα. Όλα θέλουν τον χρόνο τους και ο δικός μου μόλις ξεκίνησε. Θα συνέλθω αργά ή γρήγορα. Δεν θα ξεχάσω, αλλά οι πληγές κάποια στιγμή θα κλείσουν. Αυτό δεν θέλεις να ακούσεις;”.

Ο Πετρής τον αγκάλιασε με πρωτόγνωρη για το χαρακτήρα του τρυφερότερα.

 “Αυτό ήθελα ναι! Να ξαναδώ τον μαχητή αδελφό μου όρθιο και δυνατό!”. 


Η κηδεία της Ελπίδας προγραμματίστηκε για την Τρίτη στο Γ΄Νεκροταφείο. Αυτές οι τρεις μέρες ήταν πραγματικό μαρτύριο για τους γονείς και τον Αργύρη, έπρεπε όμως να σεβαστούν την επιθυμία της Αγγελικής να αποχαιρετήσει την αγαπημένη της αδελφή. Μόνο την Δευτέρα κατάφερε να βρει εισιτήριο για Αθήνα και έτσι έπρεπε να υποστούν αυτή την δοκιμασία.

Όλες αυτές τις ημέρες ο Αργύρης δεν έφυγε στιγμή δίπλα από τους συντετριμμένους γονείς. Ο πατέρας με μια αξιοθαύμαστη αξιοπρέπεια προσπαθούσε να δώσει κουράγιο στη γυναίκα του που ήταν στα πρόθυρα της τρέλας. Αλλά και στον ίδιο τον Αργύρη, ο οποίος βρισκόταν σε κατάσταση σχεδόν καταληψίας. Λίγες στιγμές κατάφερνε να επικοινωνήσει μαζί του και ύστερα έπεφτε πάλι στην ίδια απελπιστική κατάσταση. Μια από αυτές τις λίγες φορές τα λόγια του σόκαραν τον Απόστολο. 

“Εγώ τη σκότωσα!”, είπε με μάτια που μαρτυρούσαν την μάχη του με τις αναμνήσεις και τις ενοχές. “Δεν έπρεπε να την διώξω από κοντά μου! Εγώ τη σκότωσα!” 

Ο Απόστολος σκούπισε τα δάκρυα που ξεκινούσαν από τις άκρες των ματιών του και με σταθερή αν και βραχνή φωνή τον διέκοψε. 

“Έκανες αυτό που έπρεπε παιδί μου! Ότι θα έκανα και εγώ και ο καθένας στη θέση σου. Να την προστατέψεις προσπάθησες. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί αυτή την εξέλιξη.”


Η άφιξη της Αγγελικής έγινε αφορμή για καινούργιους οδυρμούς. Η πονεμένη μάνα γαντζώθηκε επάνω της και δεν την άφηνε ούτε στην τουαλέτα να πάει. Είχε φτάσει ίσως και να είχε ξεπεράσει τα όρια της αντοχής της. Ο Αργύρης αντίθετα σαν να πήρε λίγη ζωή όταν τον αγκάλιασε η Αγγελική. Στα βουρκωμένα μάτια της είδε τα μάτια της αγαπημένης του. Σαν να μύρισε το άρωμα της, να άκουσε το κτύπο της καρδιάς της. Ήξερε πως δεν ήταν αλήθεια, αλλά χρειαζόταν αυτή την ψευδαίσθηση για να αντέξει. 


Στείλτε μας στο tinios60@gmail.com, διηγήματα, στίχους, ποιήματα με την ένδειξη: Προς δημοσίευση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου