Ξανάνοιξε τα μάτια τρομαγμένος, καθώς το απότομο φρενάρισμα του ταξί σε μια λακκούβα τον επανέφερε βίαια στην πραγματικότητα.
Προσπάθησε να το βγάλει απ’ το μυαλό του ανακατεύοντας με νευρικότητα τα χαρτιά του. Αιτήσεις, συμβόλαια, πίνακες ασφαλίστρων.
«Ασφαλιστικός σύμβουλος», ο βαρύγδουπος τίτλος που έγραφε η ιλουστρασιόν κάρτα του. Ένας απλός πλασιέ ελπίδων στην πραγματικότητα, που έτρεχε όλη τη μέρα με τη γλώσσα έξω σαν το σκυλί, από γραφείο σε γραφείο κι από καφετέρια σε καφετέρια, για να πείσει κανένα φουκαρά να επενδύσει στα γεράματά του, που πιθανόν δεν θα ερχόντουσαν ποτέ! Πουλούσε ένα αβέβαιο μέλλον σε ανθρώπους που δυσκολεύονταν να
βγάλουν τον μήνα.Έριξε μια ματιά στις σημειώσεις του. Ευτυχώς δεν είχε κάποιο άλλο ραντεβού για το απόγευμα. Βαριόταν αφόρητα. Η μονοτονία της ημέρας τού πλακόνωνε το στήθος.
Το ραδιόφωνο στο ταξί έπαιζε ένα από εκείνα τα χύμα σύγχρονα τραγούδια, με τον ηλεκτρονικό ρυθμό και τους επαναλαμβανόμενους στίχους, που δεν ξεχωρίζεις το ένα απ’ τ’ άλλο. Ένας πλαστικός θόρυβος που γέμιζε το κενό του αέρα.
«Α, ρε Στελλάρα», αναπόλησε, κοιτάζοντας τις στάγόνες που κυλούσαν στο τζάμι, «πού είσαι να δεις τι μαλακίες ακούμε σήμερα»!
Είχε ένα περίεργο, ανεξήγητο κόλλημα με τον Καζαντζίδη. Ούτε μετανάστης υπήρξε στη Γερμανία, ούτε Πόντιος είναι, όμως τα τραγούδια του Στέλιου τον τρελαίνουν, του γρατζουνάνε την ψυχή με έναν τρόπο μοναδικό. Ακόμα κι εκείνα τα κλαψιάρικα και αφελή, που ούτε ο ίδιος ο Καζαντζίδης ίσως δεν θα ήθελε να ακούσει στα γεράματά του.
Εντάξει, καλός κι ο Μπιθικώτσης, αλλά ρε παιδί μου «Αστυνομία πόλεων», όπως είχε πει κι ο ίδιος ο Στέλιος κάποτε σε μια συνέντευξη! Ενώ ο Στελλάρας, «Χωροφυλακή»! Τους ταπεινούς και καταφρονεμένους αγκάλιαζε με τη θεϊκή, δωρική του φωνή! Έβγαζε τον πόνο της φτωχολογιάς και τον έκανε τέχνη.
Τώρα, ταπεινός και καταφρονεμένος ο Τζόρνταν, δεν μπορείς να πεις πως αισθανόταν, αλλά απ’ την άλλη, δεν θα τον έλεγες και κανένα «γκόλντεν μπόι» της Wall Street. Πάντως είχε μια στρωμένη ζωή, χωρίς πολλά σκαμπανεβάσματα, μια καθημερινότητα τακτοποιημένη και προβλέψιμη.
Κι η γυναίκα του καλή δουλειά είχε. Ανώτερη υπάλληλος στην Πολεοδομία. Από εκείνους τους υπάλληλους που τους δείχνουν με το δάχτυλο στον δρόμο. Ή και με τα πέντε ανοιχτά, ενίοτε, όταν αγανακτεί ο κοσμάκης με τη γραφειοκρατία!
Ευσυνείδητη έλεγε εκείνη τον εαυτό της, μαλακισμένη την αποκαλούσε αυτός! Να δουλεύεις σε μια απ’ τις πιο διεφθαρμένες υπηρεσίες του δημοσίου και να πηγαίνεις με το σταυρό στο χέρι, δε λέει! Είναι σαν να μπαίνεις στη φωλιά των λύκων ντυμένος πρόβατο.
Όλοι, ή σχεδόν όλοι οι συνάδελφοί της, ήταν φτιαγμένοι για τα καλά, είχαν εξασφαλίσει ακόμα και τα τρισέγγονά τους. Τζιπάρες πολλών κυβικών, πολυτελή εξοχικά, πανάκριβα ταξίδια στο εξωτερικό. Χέσ’τα! Κι εκείνη επέμενε να ζει με τον μισθό του δημοσίου υπαλλήλου, κρατώντας καθαρά τα χέρια της σε έναν βάλτο που έβρεχε εκατομμύρια.
Έβγαλε πάλι το κινητό από την τσέπη, με τα δάχτυλά του να αφήνουν υγρές κηλίδες ιδρώτα πάνω στην οθόνη αφής, και αναζήτησε τον αριθμό της γυναίκας του.
5
«Ο αριθμός που καλέσατε δεν αντιστοιχεί σε συνδρομητή!», τον ενημέρωσε μια γλυκιά, παγερή ηχογραφημένη φωνή, που έμοιαζε να έρχεται από το πουθενά. Κίσταξε στην οθόνη το όνομα. «Δήμητρα». Σωστά είχε καλέσει! Ένιωσε μια πρώτη, ανεπαίσθητη τσιμπιά ανησυχίας στο στομάχι. Δοκίμασε πάλι, πληκτρολογώντας αυτή τη φορά τα ψηφία ένα προς ένα, με υπερβολική προσοχή.
«Ο αριθμός που…»!
“Στο διάολο, μαλάκες”!, φώναξε ξαφνικά, χτυπώντας το χέρι του στο ταμπλό του αυτοκινήτου.
Συνεπιβάτες και οδηγός τον κοίταξαν ξαφνιασμένοι από τους καθρέφτες, λες και είχαν απέναντί τους έναν τρελό που ξέσπασε χωρίς λόγο.
“ Συγγνώμη, απολογήθηκε, κατεβάζοντας το κεφάλι και νιώθοντας το πρόσωπό του να ανάβει. «Μπλέξαν οι γραμμές μας»!
Έψαξε βιαστικά τον αριθμό του γραφείου της στην Πολεοδομία. Τον βρήκε και κάλεσε, ακούγοντας τον μακρόσυρτο, δημόσιο ήχο του χτυπήματος να του τρυπάει το τύμπανο.
Πολεοδομικό γραφείο τάδε, άκουσε έναν άγνωστο νεαρό να του απαντά βαριεστημένα, μέσα σε έναν θόρυβο από χαρτιά και εκτυπωτές που δούλευαν στο βάθος.
Παραξενεύτηκε. Άντρας δεν υπήρχε στο γραφείο της γυναίκας του, μέχρι χτες τουλάχιστον! Άλλη μια υπάλληλος μόνο, η Έφη, μοιραζόταν το ίδιο δωμάτιο μαζί της όλα αυτά τα χρόνια.
“ Την κυρία Δήμητρα Αργείτη παρακαλώ”, είπε όσο πιο ευγενικά του επέτρεπε ο εκνευρισμός του, προσπαθώντας να σταθεροποιήσει τη φωνή του.
“Αργείτη είπατε; Δήμητρα Αργείτη; Δεν νομίζω να εργάζεται κάποια με αυτό το όνομα στην υπηρεσία μας”!
Άρχισε να τα «παίρνει» για τα καλά. Το αίμα ανέβηκε στους κροτάφους του. Τι παιχνίδι ήταν πάλι αυτό; Δημόσιοι υπάλληλοι που βαριούνταν ακόμα και να κοιτάξουν τα πρωτόκολλα.
“ Άκου, παλικάρι μου. Η Δήμητρα Αργείτη είναι γυναίκα μου και δουλεύει εκεί δώδεκα χρόνια! Δώδεκα ολόκληρα χρόνια στο ίδιο γραφείο!
" Περίεργο", απάντησε ο άγνωστος νεαρός με μια απάθεια που εξόργιζε. Έξι χρόνια που είμαι εδώ, πρώτη φορά ακούω αυτό το όνομα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου