Οι Ασφάλειες Ζωής δεν Καλύπτουν την Προδοσία ( Διήγημα)

άνδρας με ομπρέλα στη βροχή νύχτα διήγημα θρίλερ

Αύγουστος 2010. Ένα ξαφνικό μπουρίνι, μια διαφημιστική αφίσα εσωρούχων και ένα τηλέφωνο που "δεν αντιστοιχεί σε συνδρομητή". Για τον Ιορδάνη, έναν πετυχημένο ασφαλιστή από τη Νίκαια, η πραγματικότητα αρχίζει να ραγίζει μέσα σε μια στιγμή. Είναι όλα μια καλοστημένη συνωμοσία ή η σταδιακή κατάρρευση του μυαλού του; Ενα ενναλακτικό διήγημα βασισμενο εν μερει στο μυθιστόρημα "ΚΑΥ ΣΥ ΤΕΚΝΟΝ ΤΖΟΡΝΤΑΝ" χωρις να ακολουθειί απαραίτητα την πλοκή του

Το Μπουρίνι του Αυγούστου
Η βροχή χτυπούσε το παρμπρίζ του ταξί με μια μανία που δεν ταίριαζε σε Αύγουστο. Το θερμόμετρο του οχήματος έδειχνε ακόμα 32 βαθμούς, αλλά το σκοτάδι που είχε κατέβει πάνω από την Αττική έμοιαζε με πρόωρο χειμώνα. Ο Ιορδάνης Παπαποστόλου, ο «Τζόρνταν» για τους παλιούς του φίλους από το γυμνάσιο στη Νίκαια, χαλάρωσε τη γραβάτα του. Στα σαράντα τρία του, θεωρούνταν ένας από τους πιο πετυχημένους ασφαλιστικούς συμβούλους της εταιρείας του. Είχε το «χάρισμα» να πείθει τους ανθρώπους για το αναπόφευκτο του κακού και την ανάγκη της εξασφάλισης.
Το ταξί σταμάτησε σε ένα φανάρι στη Γρηγορίου Λαμπράκη. Ο Ιορδάνης γύρισε το κεφάλι του προς το παράθυρο. Το φως του δρόμου φώτιζε μια μεγάλη, βρεγμένη διαφημιστική αφίσα σε μια στάση λεωφορείου. Ένα μοντέλο με μαύρα δαντελωτά εσώρουχα κοίταζε κατάματα τον φακό. Τα μάτια της, όμως, δεν είχαν την κενή έκφραση των μανεκέν. Είχαν μια βαθιά, γνώριμη θλίψη. Ο Ιορδάνης ένιωσε έναν ξαφνικό κόμπο στο στομάχι. Μια ανεξήγητη αναστάτωση τον κυρίευσε, σαν το πρόσωπο αυτό να συνδεόταν με κάτι θαμμένο στο παρελθόν του.
Θέλοντας να διώξει την ξαφνική ανησυχία, έβγαλε το κινητό του τηλέφωνο —ένα ολοκαίνουργιο smartphone του 2010— για να πάρει τη γυναίκα του. Η Δήμητρα Αργείτη δεν ήταν μια τυχαία γυναίκα. Ανώτερη υπάλληλος στην πολεοδομία και αντιδήμαρχος Κορυδαλλού, το όνομά της ακουγόταν παντού στην περιοχή.
Πληκτρολόγησε τον αριθμό του γραφείου της.
«Παρακαλώ, την κυρία Αργείτη», είπε μόλις το σήκωσαν.
«Ποια είπατε;» ρώτησε μια απόμακρη γυναικεία φωνή.
«Την αντιδήμαρχο, την κυρία Δήμητρα Αργείτη».
Ακολούθησε μια παύση. «Κύριε, κάνετε λάθος. Δεν εργάζεται καμία κυρία με αυτό το όνομα εδώ, ούτε είχαμε ποτέ αντιδήμαρχο με αυτό το όνομα».
Ο Ιορδάνης πίστεψε ότι έκανε λάθος στο νούμερο. Κλείνοντας, κάλεσε απευθείας το κινητό της. Η γραμμή δεν χτύπησε καν. Μια ρομποτική φωνή της εταιρείας τηλεφωνίας τον ενημέρωσε: «Ο αριθμός που καλείτε δεν αντιστοιχεί σε συνδρομητή. Παρακαλώ ελέγξτε τον αριθμό…»
Ο ιδρώτας στο μέτωπό του έγινε κρύος. «Όλα καλά, φίλε;» ρώτησε ο ταξιτζής από τον καθρέφτη. Ο Ιορδάνης δεν απάντησε. Κοίταξε ξανά έξω από το παράθυρο. Η αφίσα είχε χαθεί πίσω τους μέσα στην καταιγίδα.
Η Σκιά του Κωσταντή
Όταν έφτασε στο σπίτι, η Δήμητρα ήταν εκεί. Μαγείρευε στην κουζίνα, οι δύο κόρες τους, η Ρηνούλα έντεκα χρονών και η Αθηνούλα οκτώ, έβλεπαν τηλεόραση στο σαλόνι.
«Σου τηλεφωνούσα», της είπε με κομμένη την ανάσα. «Στο γραφείο μού είπαν πως δεν σε ξέρουν. Το κινητό σου έλεγε ότι δεν υπάρχει».
Η Δήμητρα τον κοίταξε με ειλικρινή απορία, δείχνοντάς του την οθόνη του δικού της κινητού. «Ιορδάνη, τι λες; Εδώ ήμουν όλη μέρα. Το τηλέφωνο λειτουργεί κανονικά. Μήπως σε πείραξε η ζέστη πριν το μπουρίνι;»
Ο Ιορδάνης δεν επέμεινε, αλλά εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε. Στο μυαλό του άρχισαν να ξυπνούν οι παλιές εμμονές. Πάντα ένιωθε ότι η ζωή του ήταν σημαδεμένη από μια περίεργη κατάρα. Είχε γεννηθεί στις 21 Απριλίου 1967, την ημέρα που μπήκε η Χούντα. Ο πατέρας του, ο Κωσταντής, ένας δάσκαλος παλιάς κοπής με σκληρές δημοκρατικές πεποιθήσεις, δεν του το συγχώρεσε ποτέ ολοκληρωτικά. Το έβλεπε σαν κακό οιωνό. Ο Κωσταντής είχε πεθάνει από βαρύ εγκεφαλικό πάνω στην έδρα του σχολείου, λίγες μέρες πριν τις ιστορικές εκλογές του Οκτωβρίου του 1981, αφήνοντας τον Ιορδάνη έφηβο και απροστάτευτο.
Μοναδικό στήριγμα τότε είχε σταθεί ο Αριστείδης. Καθηγητής φιλοσοφίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων που κρατούσε την ομοφυλοφιλία του κρυφή από την κοινωνία της εποχής, ο Αριστείδης ήταν ο κολλητός φίλος του πατέρα του. Μετά τον θάνατο του Κωσταντή, πήρε τον Ιορδάνη υπό την προστασία του, καθοδηγώντας τον στις σπουδές και στη ζωή.
Η Κοπέλα της Αφίσας
Οι μέρες περνούσαν, αλλά τα ανεξήγητα περιστατικά συνεχίζονταν. Μια μέρα, τα αρχεία των πελατών του στον υπολογιστή του γραφείου άλλαξαν ημερομηνίες γέννησης, δείχνοντας όλα «21 Απριλίου». Την επόμενη, ένας άγνωστος τον πλησίασε στον δρόμο και τον φώναξε «Κωσταντή», με τη φωνή του πεθαμένου πατέρα του. Ο Ιορδάνης ένιεθε τους τοίχους της πραγματικότητας να ραγίζουν.
Μια Τετάρτη απόγευμα, αναζητώντας λίγη ηρεμία, κάθισε σε μια καφετέρια στην πλατεία του Κορυδαλλού. Καθώς περίμενε τον καφέ του, η πόρτα άνοιξε. Μια κοπέλα μπήκε μέσα με νευρικές κινήσεις. Φορούσε ένα ξεθωριασμένο τζιν τζάκετ, τα μαλλιά της ήταν ανακάτωμένα και τα μάτια της είχαν μαύρους κύκλους.
Ο Ιορδάνης πάγωσε. Ήταν αυτή. Η κοπέλα της αφίσας εσωρούχων.
Σηκώθηκε σαν υπνωτισμένος και την πλησίασε καθώς εκείνη ζητούσε από τον σερβιτόρο να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα.
«Με συγχωρείτε», της είπε με τρεμάμενη φωνή. «Είστε εσείς στη διαφήμιση… στη στάση του λεωφορείου;»
Η κοπέλα τον κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο καχυποψία και φόβο. Τα χέρια της έτρεμαν. «Τι λες, ρε φίλε; Ποια διαφήμιση; Άσε με ήσυχη».
«Σας είδα. Στη Λαμπράκη. Μια αφίσα εσωρούχων».
Εκείνη γέλασε με ένα βράχνο, πικρό γέλιο. Η αναπνοή της μύριζε εξαθλίωση. «Ρε πάτε καλά όλοι σήμερα; Εγώ να κάνω διαφήμιση; Ψάχνω τη δόση μου από το πρωί και συ μου λες για αφίσες; Φύγε από μπροστά μου πριν φωνάξω!»
Η κοπέλα ήταν τοξικομανής σε προχωρημένο στάδιο. Δεν είχε καμία σχέση με τον λαμπερό κόσμο της μόδας. Ο Ιορδάνης γύρισε στο τραπέζι του, νιώθοντας το κεφάλι του να γυρίζει. Αν η κοπέλα ήταν πραγματική, τότε η αφίσα τι ήταν; Ή μήπως η κοπέλα δεν ήταν πραγματική;
Η Αποκάλυψη
Το μυαλό του Ιορδάνη είχε γίνει καζάνι που έβραζε. Η πίεση μεταφέρθηκε στο σπίτι. Άρχισε να κατηγορεί τη Δήμητρα ότι του κρύβει μυστικά, ότι συνωμοτεί εναντίον του με τον Αριστείδη, ο οποίος τους επισκεπτόταν συχνά. Η συμπεριφορά του έγινε παρανοϊκή.
Ένα βράδυ, μετά από έναν άγριο καυγά στο σαλόνι, ο Ιορδάνης στρίμωξε τον ηλικιωμένο πια Αριστείδη στον τοίχο.
«Ξέρω ότι κάτι μου κρύβετε! Όλοι σας! Η Δήμητρα, εσύ, η εταιρεία! Τι τρέχει με τη γέννησή μου; Τι θέλετε από μένα;» ούρλιαζε ο Ιορδάνης, με τα μάτια του ορθάνοιχτα από την τρέλα.
Ο Αριστείδης, χλωμός και τρέμοντας από την πίεση και τον φόβο, δεν άντεξε. Τα μάτια του δάκρυσαν. «Σταμάτα, Ιορδάνη… Δεν αντέχω άλλο »
΄"Τα ξέρω όλα: Η Ρηνούλα είναι κόρη σου! Πως τ έκανες αυτό σε μένα παλιάνθρωπε;"
Η πίεση εκείνης της στιγμής και η επίθεση του Ιορδάνη,ήταν υπερβολική για την επιβαρυμένη υγεία του Αριστείδη. Πριν προλάβει ο Ιορδάνης να αντιδράσει, ο καθηγητής έπιασε το κεφάλι του, έβγαλε έναν υπόκωφο αναστεναγμό και κατέρρευσε στο χαλί.
Υπέστη βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου άφησε την τελευταία του πνοή λίγες μέρες μετά, χωρίς να συνέλθει ποτέ για να απολογηθεί για την παράξενη εξέλιξη.
Η Φυγή και η Πτώση
Την ημέρα της κηδείας του Αριστείδη, ο Ιορδάνης δεν άντεξε. Μπήκε στο αυτοκίνητό του και άρχισε να οδηγεί άσκοπα, αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα στους δρόμους της Αττικής. Το μυαλό του αναπαρήγαγε τις φωνές: τη φωνή του πατέρα του, τη ρομποτική φωνή του κινητού, τα γέλια της τοξικομανούς κοπέλας, την ομολογία του Αριστείδη.
Σε μια στροφή της λεωφόρου, τα φώτα ενός φορτηγού εμφανίστηκαν ξαφνικά μπροστά του. Ο Ιορδάνης πάτησε  φρένο αλλά δεν ανταποκρίθηκε. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή.

Το Τέλος: 
Ο Ιορδάνης Παπαποστόλου βρισκόταν πλέον στην Εντατική, σε βαθύ κώμα, με τον ρυθμικό ήχο των μηχανημάτων να μετράει τις τελευταίες του ανάσες.
Έξω από το τζάμι του θαλάμου, η Δήμητρα στεκόταν όρθια. Δεν έκλαιγε. Τα μάτια της ήταν ψυχρά, καθαρά και απόλυτα ήρεμα. Δίπλα της πλησίασε με αθόρυβα βήματα ένας άντρας που φορούσε ακριβό κοστούμι και κρατούσε έναν δερμάτινο χαρτοφύλακα. Ήταν ο προσωπικός της δικηγόρος.
«Υπέγραψε ο γιατρός τη βεβαίωση για τη μη αναστρέψιμη κατάσταση;» ρώτησε η Δήμητρα με χαμηλή, σταθερή φωνή.
«Ναι, Αντιδήμαρχε», απάντησε εκείνος, βγάζοντας μερικά έγγραφα. «Μόλις κατατεθεί στο δικαστήριο, η διαχείριση ολόκληρης της περιουσίας του, των τραπεζικών λογαριασμών και των μεγάλων ασφαλιστικών συμβολαίων ζωής περνάει αποκλειστικά σε εσάς. Ο Τζόρνταν είναι πλέον νομικά ανίκανος».
Η Δήμητρα άφησε να φανεί ένα αμυδρό, νικηφόρο χαμόγελο. Όλα είχαν εξελιχθεί βάσει σχεδίου. Δεν υπήρχε καμία ψυχική διαταραχή. Όσα έζησε ο Ιορδάνης τις τελευταίες εβδομάδες ήταν μια χειρουργικά καλοστημένη συνωμοσία, οργανωμένη από την ίδια τη γυναίκα του, με σκοπό να τον τρελάνει και να του αφαιρέσει κάθε έλεγχο της τεράστιας περιουσίας του.
Η απληστία της Δήμητρας δεν ήταν το μόνο κίνητρο. Ήταν κυρίως ο φόβος. Ως Αντιδήμαρχος, είχε χτίσει μια αυτοκρατορία από μαύρο χρήμα και μίζες. Όμως ο Ιορδάνης, με την επαγγελματική διαστροφή του κορυφαίου ασφαλιστή, είχε αρχίσει πρόσφατα να σκαλίζει τους λογαριασμούς της, εντοπίζοντας τις παράνομες ροές. Για τη Δήμητρα, ο «Τζόρνταν» από τη Νίκαια δεν ήταν πλέον ο σύζυγός της. Ήταν μια ζωντανή απειλή, ένας άνθρωπος με αρχές που κρατούσε στα χέρια του την καριέρα και την ελευθερία της. Έπρεπε να εξουδετερωθεί πριν μιλήσει, και η περιουσία του ήταν το τέλειο μπόνους για την υπομονή της.
Εκμεταλλευόμενη τις διασυνδέσεις της ως ανώτερη υπάλληλος της πολεοδομίας και ισχυρή αντιδήμαρχος, είχε στήσει μια αόρατη παγίδα.
Το βράδυ του αυγουστιάτικου μπουρινιού, ο ταξιτζής ήταν πληρωμένος από την ίδια. Η διαφημιστική αφίσα στη στάση είχε τοποθετηθεί παράνομα εκείνο ακριβώς το απόγευμα από συνεργείο του δήμου, απεικονίζοντας μια κοπέλα που η Δήμητρα ήξερε ότι κυκλοφορούσε ως τοξικομανής στον Κορυδαλλό —ένα τέλειο δόλωμα για να πυροδοτήσει την εμμονή του Ιορδάνη.
Όταν ο Ιορδάνης κάλεσε στο γραφείο της, η υπάλληλος που του απάντησε είχε λάβει σαφείς οδηγίες να αρνηθεί την ύπαρξή της. Παράλληλα, ένας γνωστός της στην εταιρεία τηλεφωνίας είχε μπλοκάρει προσωρινά τη γραμμή του, ενεργοποιώντας το ψεύτικο μήνυμα ότι ο αριθμός δεν αντιστοιχεί σε συνδρομητή. Κάθε ψηφιακό και ανθρώπινο ίχνος της είχε σβηστεί για μερικές ώρες, μόνο και μόνο για να κλονιστεί η λογική του.
Ακόμα και η αποκάλυψη του Αριστείδη ήταν μέρος του σχεδίου. Η Δήμητρα γνώριζε για χρόνια τις ενοχές του Ιορδάνη σχετικά με τον πατέρα του, καθώς και την ευαίσθητη υγεία του ηλικιωμένου καθηγητή. Είχε πλαστογραφήσει μια σειρά από παλιά γράμματα που άφηναν να εννοηθεί η δήθεν σχέση της με τον Αριστείδη και η πατρότητα της Ρηνούλας, φροντίζοντας να τα βρει ο Ιορδάνης «τυχαία». Όταν ο Ιορδάνης επιτέθηκε στον Αριστείδη, το σοκ για τον ανυποψίαστο γέροντα ήταν τόσο μεγάλο που το εγκεφαλικό ήταν αναπόφευκτο. Η Δήμητρα είχε απαλλαγεί και από τον μοναδικό άνθρωπο που θα μπορούσε να προστατεύσει τον άντρα της.
Τέλος, το τροχαίο δεν ήταν ατύχημα. Τα φρένα του αυτοκινήτου του Ιορδάνη είχαν πειραχτεί στο γκαράζ του σπιτιού τους την προηγούμενη νύχτα. Η Δήμητρα ήξερε ότι με την ψυχολογία του διαλυμένη, θα οδηγούσε επιθετικά και δεν θα είχε καμία πιθανότητα αντίδρασης.
Κοιτάζοντας τον Ιορδάνη μέσα από το τζάμι, η Δήμητρα τακτοποίησε το γιακά του παλτό της. Ο «Τζόρνταν» από τη Νίκαια, ο έξυπνος ασφαλιστής που πίστευε ότι μπορούσε να προβλέψει κάθε κίνδυνο, είχε πέσει θύμα του πιο απρόβλεπτου κινδύνου: της ίδιας του της συζύγου.

Το Φάντασμα του Θαλάμου 4
Το ίδρυμα αποκατάστασης «Η Αγία Μαρίνα» βρισκόταν χωμένο σε μια ερημική πλαγιά της Αρκαδίας. Για τον έξω κόσμο, η αντιδήμαρχος Κορυδαλλού είχε κάνει το ανθρωπιστικό της καθήκον. Είχε μεταφέρει τον βαριά τραυματισμένο σύζυγό της σε ένα ήσυχο περιβάλλον, μακριά από τον θόρυβο της Αθήνας. Στην πραγματικότητα, η Δήμητρα είχε αγοράσει την απόλυτη απομόνωσή του.
Για τρεις μήνες, ο Ιορδάνης Παπαποστόλου ήταν το τέλειο φυτό.
Όταν οι γιατροί του τρυπούσαν τα πέλματα για να ελέγξουν τα αντανακλαστικά, ο Ιορδάνης κρατούσε το βλέμμα του καρφωμένο στο ταβάνι, κενό και παγωμένο. Όταν η Δήμητρα τον επισκεπτόταν κάθε δεύτερη Κυριακή, συνοδευόμενη από τοπικούς δημοσιογράφους για τις απαραίτητες φωτογραφίες της «συντετριμμένης συζύγου», εκείνος άφηνε τα χείλη του ελαφρώς ανοιχτά, επιτρέποντας σε λίγο σάλιο να κυλήσει.
Ήταν η δική του ασφάλεια. Αν καταλάβαιναν ότι είχε ξυπνήσει, η επόμενη ένεση θα ήταν η τελευταία.
Όμως, το 2010 δεν ήταν μόνο η χρονιά της δικής του πτώσης, ήταν και η εποχή που η νύχτα γινόταν ο καλύτερος σύμμαχος. Μόλις το ρολόι του διαδρόμου σήμαινε δύο μετά τα μεσάνυχτα και οι νοσοκόμοι μαζεύονταν στο δικό τους δωμάτιο για να δουν τηλεόραση, ο «Τζόρνταν» άρχιζε τη δική του κρυφή μάχη. Με αργές, βασανιστικές κινήσεις, έσφιγγε τις γροθιές του κάτω από το σεντόνι. Λύγιζε τα γόνατά του χιλιοστό προς χιλιοστό. Οι μύες του έκαιγαν, το σώμα του έτρεμε από την ατροφία, αλλά το μυαλό του —καθαρό πλέον από κάθε παραίσθηση— τον κρατούσε ζωντανό.
Ο Σύμμαχος στη Νύχτα
Μια Πέμπτη του Νοέμβρη, η πόρτα του θαλάμου άνοιξε αθόρυβα. Ο Ιορδάνης, που εκείνη τη στιγμή προσπαθούσε να ανασηκώσει τον κορμό του στηριζόμενος στους αγκώνες, δεν πρόλαβε να πέσει πίσω.
Το φως του διαδρόμου φώτισει τη σιλουέτα της Κατερίνας, μιας εικοσιπεντάχρονης αποκλειστικής νοσηλεύτριας από την Τρίπολη. Κρατούσε έναν δίσκο με ορούς. Τα μάτια τους συναντήθηκαν. Για πέντε δευτερόλεπτα, ο μόνος ήχος στο δωμάτιο ήταν η βαριά ανάσα του Ιορδάνη.
Η Κατερίνα έκανε ένα βήμα πίσω, έτοιμη να φωνάξει τον εφημερεύοντα γιατρό.
«Σε παρακαλώ...» ψιθύρισε ο Ιορδάνης. Η φωνή του ήταν βραχνή, σαν σκουριασμένος μεντεσές, μετά από τόσους μήνες σιωπής. «Αν μιλήσεις... θα με σκοτώσουν».
Η κοπέλα πάγωσε. Κοίταξε τον άντρα που όλο το ίδρυμα θεωρούσε καταδικασμένο. Είχε προσέξει τις περίεργες εντολές που είχε αφήσει η Αντιδήμαρχος —συγκεκριμένα φάρμακα που κρατούσαν τον ασθενή σε μόνιμη καταστολή, τα οποία η Κατερίνα, από μια δική της επαγγελματική διαίσθηση, είχε αρχίσει να μειώνει κρυφά στις βάρδιές της.
«Ποιος είστε;» ρώτησε με τρεμάμενη φωνή, κλείνοντας την πόρτα πίσω της.
«Είμαι ο Ιορδάνης», είπε, καθίζοντας με δυσκολία στο πλάι του κρεβατιού. «Και η γυναίκα μου προσπαθεί να με θάψει ζωντανό».
Το Ψηφιακό Στοιχειό
Μέσα σε δύο εβδομάδες, η Κατερίνα έγινε τα χέρια του Ιορδάνη στον έξω κόσμο. Του αγόρασε ένα φτηνό κινητό τηλέφωνο με κάρτα της εποχής, ένα Nokia με ασπρόμαυρη οθόνη, το οποίο έκρυβαν μέσα στο σκισμένο στρώμα του κρεβατιού.
Ο Ιορδάνης δεν ήταν ένας τυχαίος άνθρωπος. Ήταν ο καλύτερος ασφαλιστής της Νίκαιας. Ήξερε πώς να διαβάζει τα ρίσκα, πώς να βρίσκει τα αδύναμα σημεία των ανθρώπων και, κυρίως, γνώριζε κάθε κρυφή πολεοδομική απάτη που είχε υπογράψει η Δήμητρα στον Κορυδαλλό για να παίρνει μίζες από μεγαλοεργολάβους.
Το παιχνίδι ξεκίνησε τον Δεκέμβριο.
Η Δήμητρα καθόταν στο γραφείο της στο Δημαρχείο Κορυδαλλού, ελέγχοντας τα έγγραφα για τη μεταβίβαση των μετοχών του Ιορδάνη. Το κινητό της, ένα ακριβό smartphone, δονήθηκε. Ήταν ένα μήνυμα από άγνωστο αριθμό.
«Η ασφάλεια ζωής δεν καλύπτει τις αμαρτίες της Λαμπράκη. 21 Απριλίου, Δήμητρα».
Η Αντιδήμαρχος ένιωσε το αίμα της να παγώνει. Κοίταξε γύρω της στο άδειο γραφείο. Ποιος ήξερε για τη Λαμπράκη; Ποιος ήξερε τη σημασία της 21ης Απριλίου, της ημερομηνίας γέννησης του άντρα της; Πήρε τηλέφωνο τον δικηγόρο της, τον Νίκο. «Ψάξε τον αριθμό», του ούρλιαξε. Όμως η κάρτα ήταν ανώνυμη, αγορασμένη από ένα ψιλικατζίδικο στην Ομόνοια.
Τρεις μέρες μετά, ένας ανώνυμος φάκελος έφτασε στο γραφείο του Εισαγγελέα Διαφθοράς στην Αθήνα. Μέσα υπήρχαν αντίγραφα από τους κρυφούς λογαριασμούς της Δήμητρας στην Κύπρο, μαζί με τις υπογραφές της για τις παράνομες άδειες των κτιρίων στον Κορυδαλλό. Τα στοιχεία ήταν τόσο λεπτομερή, που μόνο ένας άνθρωπος θα μπορούσε να τα έχει συγκεντρώσει: ο ασφαλιστής της.
Η παράνοια άλλαξε στρατόπεδο. Η Δήμητρα άρχισε να υποψιάζεται τους πάντες. Κατηγόρεσε τον δικηγόρο της ότι την εκβιάζει. Πλήρωσε ανθρώπους να ψάξουν τον ταξιτζή που είχε χρησιμοποιήσει στο μπουρίνι του Αυγούστου, φοβούμενη ότι εκείνος άνοιξε το στόμα του. Το μυαλό της, παγιδευμένο στον ίδιο της τον ιστό, άρχισε να καταρρέει.
Η Σύριγγα και το Σκοτάδι
Η τελική πράξη γράφτηκε μια παγωμένη νύχτα του Γενάρη του 2011. Ο Εισαγγελέας είχε ήδη εκδώσει ένταλμα έρευνας για τα οικονομικά της και οι εφημερίδες είχαν το όνομά της στο πρωτοσέλιδο. Η Δήμητρα ήξερε ότι όλα τελείωναν. Υπήρχε μόνο ένας τρόπος να σταματήσει το «στοιχειό» που την κυνηγούσε.
Η κίνησή της να πάει στην Αρκαδία ήταν μια κίνηση απόλυτης στρατηγικής μέσα στον πανικό. Γνώριζε ότι αν ο Ιορδάνης παρέμενε ζωντανός, ήταν θέμα χρόνου να τον βρει ο Εισαγγελέας και να τον μετατρέψει στον βασικό μάρτυρα κατηγορίας που θα την έστελνε στη φυλακή. Ταυτόχρονα, αν το κράτος της δέσμευε τους λογαριασμούς για τη διαφθορά, χρειαζόταν ένα σχέδιο διαφυγής. Αν ο Ιορδάνης πέθαινε τώρα από «παθολογικά αίτια», οι τεράστιες ασφάλειες ζωής του θα εκταμιεύονταν αμέσως. Με αυτά τα καθαρά χρήματα στην τσέπη, σκόπευε να διαφύγει στο εξωτερικό πριν προλάβει το δικαστήριο να της απαγορεύσει την έξοδο από τη χώρα.
Οδήγησε μέσα στη νύχτα μέχρι την Αρκαδία. Μπήκε στο ίδρυμα «Η Αγία Μαρίνα» από την πίσω πόρτα των τροφοδοσιών, χρησιμοποιώντας το κλειδί που είχε κρατήσει. Οι διάδρομοι ήταν σκοτεινοί, το προσωπικό έλειπε.
Άνοιξε την πόρτα του θαλάμου 4. Το δωμάτιο φωτιζόταν μόνο από το αχνό πράσινο φως του καρδιογράφου. Στο κρεβάτι, η σιλουέτα του Ιορδάνη φαινόταν ακίνητη κάτω από το σεντόνι.
Η Δήμητρα έβγαλε από την τσάντα της μια σύριγγα γεμάτη με καθαρό κάλιο —μια δόση που θα προκαλούσε ανακοπή μέσα σε δευτερόλεπτα, χωρίς να αφήσει ίχνη στις τυπικές εξετάσεις.
«Έπρεπε να σε είχα τελειώσει από το καλοκαίρι», ψιθύρισε με τα δόντια της να τρίζουν από τη μανία και τον φόβο.
Πλησίασε το κρεβάτι με τη σύριγγα υψωμένη. Με μια απότομη κίνηση, τράβηξε το σεντόνι.
Το κρεβάτι ήταν άδειο. Κάτω από το σεντόνι υπήρχαν μόνο μερικά μαξιλάρια τοποθετημένα με τέτοιο τρόπο ώστε να σχηματίζουν ανθρώπινο σώμα.
Η Δήμητρα έκανε δύο βήματα πίσω, με τα μάτια της ορθάνοιχτα. «Τι... τι γίνεται εδώ;»
Πριν προλάβει να γυρίσει, η βαριά μεταλλική πόρτα του θαλάμου έκλεισε πίσω της με έναν ξερό, μεταλλικό ήχο. Το κλειδί γύρισε στην κλειδαριά σφραγίζοντας την.
Το φως του δωματίου άναψε ξαφνικά, τυφλώνοντάς την. Στη γωνία του θαλάμου, δίπλα στο παράθυρο, στεκόταν ένας άντρας. Φορούσε ένα απλό μαύρο πουλόβερ και τζιν. Είχε χάσει βάρος, αλλά τα μάτια του είχαν τη σπίθα του παιδιού που μεγάλωσε στις σκληρές γειτονιές της Νίκαιας.
Ο Ιορδάνης Παπαποστόλου την κοίταζε σταθερά.
«Οι ασφάλειες ζωής, Δήμητρα, δεν καλύπτουν ποτέ την προδοσία», είπε η φωνή του, καθαρή και απόλυτη.
«Ιορδάνη... είσαι τρελός... θα φωνάξω...» άρχισε να τραυλίζει εκείνη, κολλώντας την πλάτη της στην κλειδωμένη πόρτα.
Ο Ιορδάνης έδειξε με το βλέμμα του την οροφή του δωματίου. Εκεί, δίπλα στο φωτιστικό, μια μικρή κάμερα ασφαλείας —τοποθετημένη κρυφά από την Κατερίνα το προηγούμενο απόγευμα— κατέγραφε κάθε της κίνηση, μαζί με τη σύριγγα που κρατούσε ακόμα στο χέρι της.
«Έξω από την πόρτα περιμένει η αστυνομία, Δήμητρα. Το βίντεο μεταδίδεται ζωντανά στον υπολογιστή του διοικητή του τμήματος της περιοχής», είπε ο Ιορδάνης, κάνοντας μερικά σταθερά βήματα προς το μέρος της. «Προσπάθησες να χρησιμοποιήσεις το μυαλό μου για να με καταστρέψεις. Ξέχασες όμως ότι το μυαλό μου είναι η δουλειά μου».
Τα τακούνια της Δήμητρας γλίστρησαν στο πάτωμα καθώς κατέρρεε, με τη σύριγγα να πέφτει από τα χέρια της. Οι σειρήνες των περιπολικών άρχισαν να ακούγονται από μακριά, σπάζοντας την ησυχία της αρκαδικής νύχτας.
 
Ο Τζόρνταν πλησίασε στο παράθυρο. Κοίταξε τον ουρανό. Το μπουρίνι του Αυγούστου είχε περάσει προ πολλού. Η πραγματικότητα ήταν πλέον δική του.

Πώς σας φάνηκε η ιστορία του Ιορδάνη; Πιστεύετε ότι η Δήμητρα πήρε αυτό που της άξιζε ή ο "Τζόρνταν" έπρεπε να αντιδράσει διαφορετικά;
Γράψτε μου στα σχόλια τις εντυπώσεις σας και μοιραστείτε το άρθρο αν σας κράτησε σε αγωνία μέχρι την τελευταία λέξη!

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Θυρίδα της Λήθης: Το μυστικό που θάφτηκε με τη γιαγιά

Το Μυστικό του Ντίνου: Ένα Σκοτεινό Διήγημα Μυστηρίου

Το Τηλεφώνημα από το Λονδίνο: Όταν ο εφιάλτης φωλιάζει στο αίμα σου