Μέσα στην Ψυχή του Νεκρού: Το Μεταφυσικό Ταξίδι του Ντίνου

Εικόνα
Το παλιό αρχοντικό του παππού μύριζε υγρασία, αποξηραμένη λεβάντα και σκόνη χρόνων. Ο Ντίνος περπάτησε αργά στο σκοτεινό διάδρομο, κρατώντας στα χέρια του το μόνο πράγμα που του είχε απομείνει μετά την κηδεία: ένα βαρύ, ασημένιο ρολόι τσέπης που δεν χτυπούσε πια. Καθώς κάθισε στην πολυθρόνα όπου ο ηλικιωμένος άνδρας άφησε την τελευταία του πνοή, μια παράξενη παγίδα κρύου τύλιξε το δωμάτιο. Η καρδιά του Ντίνου άρχισε να χτυπά στον ρυθμό μιας αόρατης εκκρεμότητας. ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ Όταν πίεσε το κούμπωμα του ρολογιού, ο χρόνος δεν προχώρησε, αλλά στράφηκε προς τα πισω. Το φως των κεριών έσβησε απότομα και μια βίαιη πνευματική δίνη τον ρούφηξε μακριά από το σώμα του. Ο Ντίνος δεν βρισκόταν πλέον στο παρόν. Είχε εισχωρήσει στα βαθύτερα στρώματα της ψυχής του πεθαμένου παππού του , μετατρέποντας τον εαυτό του σε έναν σιωπηλό επιβάτη των ξένων αναμνήσεων, έτοιμο να ζήσει μια ζωή που δεν του ανήκε. Η Μεταφορά στο 1954 και το Ξένο Σώμα Τα μάτια του άνοιξαν και η ...

«Το Χειροκρότημα της Μοναξιάς»: Ένα δραματικό διήγημα για το τίμημα της αλήθειας

Σιλουέτα τραγουδιστή με μικρόφωνο στην πίστα που παραπέμπει σε δραματικό διήγημα

Το φως του προβολέα έκαιγε το πρόσωπο του Διαμαντή, αλλά η πραγματική φωτιά έκαιγε μέσα του. 

Κάθε βράδυ στην πίστα, η φωνή του γινόταν όλο και πιο σίγουρη, το όνομά του άρχιζε να συζητιέται στα μουσικά γραφεία της Αθήνας, όμως η καρδιά του παρέμενε εκείνη ενός ντροπαλού παιδιού από την επαρχία. Οι εμπειρίες του με τις γυναίκες ήταν ελάχιστες, μετρημένες στα δαχτυλα του ενός χεριού. Για τον Διαμαντή, ο έρωτας δεν ήταν ένα παιχνίδι για τα καμαρίνια, αλλά ένα ιερό καταφύγιο.

Και μετά, εμφανίστηκε η Χριστίνα.
Γνωρίστηκαν ένα βροχερό βράδυ, μετά το πρόγραμμα. Είχε μια δωρική ομορφιά, μια φωνή βαθιά και βελούδινη που τον ηρεμούσε, και ένα βλέμμα που έμοιαζε να κουβαλάει μια κρυφή, αξιοπρεπή μελαγχολία. Την ερωτεύτηκε με την ορμή ανθρώπου που βρίσκει επιτέλους το λιμάνι του. Για έξι μήνες, η Χριστίνα ήταν η έμπνευσή του, η σκιά του στις πρόβες, η γυναίκα που τον έκανε να νιώθει ασφαλής. Η σχέση τους είχε μια σπάνια, σχεδόν πλατωνική τρυφερότητα. Έτσι, το πήρε απόφαση: αγόρασε ένα μικρό, διακριτικό δαχτυλίδι και αποφάσισε να τη ζητήσει σε γάμο το επόμενο σαββατοκύριακο.
Το πρωί της Πέμπτης, όμως, ο κόσμος του έγινε συντρίμμια.
Ο μάνατζέρ του εισέβαλε στο σπίτι του χωρίς να χτυπήσει, πετώντας πάνω στο τραπέζι το πρώτο φύλλο μιας γνωστής σκανδαλοθηρικής εφημερίδας. Ο τίτλος, με τεράστια, κραυγαλέα γράμματα, έγραφε: «Το κρυφό παρελθόν της συντρόφου του ανερχόμενου ειδώλου: Η Χριστίνα είναι τραβεστί!». Δίπλα, υπήρχαν φωτογραφίες από μια άλλη ζωή, χρόνια πριν, σε κακόφημα νυχτερινά μαγαζιά, κάτω από ένα διαφορετικό, ανδρικό όνομα.
Ο Διαμαντής ένιωσε το αίμα του να παγώνει. Τα αυτιά του άρχισαν να σφυρίζουν. Η γυναίκα που λάτρευε, η γυναίκα που ήθελε για μητέρα των παιδιών του, του είχε κρύψει τη μισή της ύπαρξη.
Το ίδιο βράδυ, η Χριστίνα τον περίμενε στο διαμέρισμά της, έχοντας ήδη δει το δημοσίευμα. Τα μάτια της ήταν κόκκινα από το κλάμα, αλλά δεν κρύφτηκε. Στάθηκε απέναντί του με ψηλό το κεφάλι.
«Ήθελα να σου το πω, Διαμαντή», ψιθύρισε, με τη φωνή της να σπάει από την απόγνωση. «Αλλά φοβόμουν. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα γυναίκα επειδή με κοίταξες εσύ έτσι. Για πρώτη φορά ξέχασα τον εφιάλτη που πέρασα για να γίνω αυτή που βλέπεις σήμερα».
Ο Διαμαντής την κοίταξε. Στα μάτια της έβλεπε ακόμα τη Χριστίνα του, αλλά στο μυαλό του στριφογύριζαν οι κραυγές του μάνατζέρ του για την καριέρα που καταστρεφόταν πριν καν ξεκινήσει, τα γέλια των συναδέλφων του στα μπουζούκια και τα ειρωνικά βλέμματα του κόσμου. Η απειρία του με τις γυναίκες μετατράπηκε σε έναν τυφλό, παιδικό θυμό. Ένιωσε προδομένος, παγιδευμένος σε ένα ψέμα.
Χωρίς να πει λέξη, έβγαλε το βελούδινο κουτάκι από την τσέπη του, το άφησε πάνω στο τραπέζι και έφυγε, κλείνοντας την πόρτα με δύναμη. Ήταν η τελευταία φορά που την είδε.
Το επόμενο βράδυ, ο Διαμαντής ανέβηκε στην πίστα. Το μαγαζί ήταν ασφυκτικά γεμάτο, κυρίως από περίεργους που είχαν διαβάσει τη σκανδαλοθηρική εφημερίδα και ήθελαν να δουν πώς θα αντιδράσει το «νέο είδωλο». Όταν έπιασε το μικρόφωνο, κοίταξε το πρώτο τραπέζι, εκεί όπου καθόταν πάντα η Χριστίνα. Ήταν άδειο.
Τότε, η οργή του έδωσε τη θέση της σε μια απέραντη, παγωμένη μοναξιά. Συνειδητοποίησε ότι είχε θυσιάσει τον μοναδικό άνθρωπο που τον αγάπησε για τη γνώμη μιας μάζας που απλώς διψούσε για κουτσομπολιό. Τραγούδησε με μια φωνή τόσο σπαρακτική, γεμάτη αληθινό πόνο, που το κοινό ξέσπασε σε όρθιο χειροκρότημα. Η καριέρα του είχε μόλις εκτοξευθεί.
Όταν τελείωσε το πρόγραμμα, επέστρεψε στο καμαρίνι του, εξουθενωμένος. Πάνω στον καθρέφτη, δίπλα στα λουλούδια των θαυμαστών, τον περίμενε ένας μικρός φάκελος. Τον άνοιξε με τρεμάμενα χέρια. Μέσα υπήρχε το δαχτυλίδι που της είχε αφήσει και ένα σύντομο σημείωμα:
«Συγχώρεσέ με που δεν ήμουν αρκετά δυνατή για να αντέξω την αλήθεια μας. Σου χαρίζω τη δόξα σου, Διαμαντή. Εγώ θα κρατήσω για πάντα το πώς με κοίταξες πριν μάθεις».
 
Ο μάνατζέρ του μπήκε στο καμαρίνι πανηγυρίζοντας για τα τηλέφωνα από τις δισκογραφικές εταιρείες, αλλά ο Διαμαντής δεν τον άκουγε. Κοιτούσε το δαχτυλίδι στην παλάμη του, συνειδητοποιώντας το πιο σκληρό μάθημα της ζωής του: είχε κερδίσει τον κόσμο ολόκληρο, αλλά είχε χάσει για πάντα τη δική του Χριστίνα.

Σχόλια

πλεγμα

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Το ήξερα πως θα φτάσω τελευταίος: Διήγημα μεταφυσικού μυστηρίου

Πολύ Ψέμα για μια Αλήθεια: Ένα Καθηλωτικό Διήγημα Μυστηρίου

Περίπου Ζωντανός: Ένα Διήγημα Μυστηρίου και Μεταφυσικής