ΣΤΕΙΛΤΕ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΚΕΙΜΕΝΑ

Ιστορίες σε εξέλιξη. Κάθε ανάρτηση,συνέχεια της ιστορίας. Η συνέχεια των ιστοριών θα ανεβαίνουν καθημερινά. Μπορείτε να στέλνετε τις δικές σας ιστορίες στο tinios60@gmail.com Με την Ένδειξη για Ανάρτηση

Κυριακή 28 Απριλίου 2024

Η ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ 66η συνέχεια. (Η συνάντηση με την Αρχοντούλα)

Δείτε ΕΔΩ τα προηγούμενα σε ενιαίο κείμενο


 Το μόνο που του έμενε ήταν να κερδίσει λίγο χρόνο και να ζητήσει τη βοήθεια του Αντώνη και του Μάνου.

Τηλεφώνησε από θάλαμο πρώτα στον Αντώνη και του εξιστόρησε τα συμβάντα με φωνή που έτρεμε από το σοκ και την αγωνία. Τον Μάνο δεν μπόρεσε να τον βρει και έτσι αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή του Αντώνη και να παραδοθεί, μιας και έτσι θα είχε κάποιο ελαφρυντικό. Του υποσχέθηκε μάλιστα πως θα του βρει τον καλύτερο ποινικολόγο 

Προτίμησε να κατέβει στην Αθήνα γιατί αν έμενε εκεί θα έπρεπε να παραδοθεί στη Χωροφυλακή που δεν την είχε σε μεγάλη εκτίμηση. Η Αστυνομία είχε πιο μορφωμένους αξιωματικούς και η συμπεριφορά τους θα ήταν καλύτερη απέναντι του. Τουλάχιστον αυτό ήθελε να πιστεύει.

Το ταξί σταμάτησε έξω από την Αστυνομική διεύθυνση και ο Διονύσης κατέβηκε και περπάτησε με αβέβαια βήματα προς την είσοδο. Σκέφτηκε να γυρίσει και να φύγει τρέχοντας, όμως και να το ήθελε δεν μπορούσε πια. Ο Φρουρός αστυφύλακας τον πλησίασε και τον ρώτησα ευγενικά πως μπορεί να τον εξυπηρετήσει.

“Θέλω να δηλώσω ένα φόνο!”, του είπε βραχνά. “Ένα φόνο που διέπραξα εγώ!”.

Ο φρουρός δεν ήταν σίγουρος αν του έλεγε αλήθεια ή επρόκειτο για μια απ τις φάρσες που συνηθίζουν μερικοί βαρεμένοι, παρ όλα αυτά ειδοποίησε τους ανωτέρους του για το περιστατικό. Σε δυο λεπτά τρεις αστυφύλακες κατέβηκαν και οδήγησαν τον Διονύση στον Αξιωματικό υπηρεσίας.

______


Η Αρχοντούλα κατάφερε να βρει δουλειά σαν λατζέρισα σε μια ταβέρνα στη Χαραυγή. Το αφεντικό μάλιστα της παραχώρησε και ένα μικρό δωμάτιο που παλιά χρησίμευε σαν αποθήκη πριν κτιστεί μια πολύ μεγαλύτερη. Το ωράριο ήταν εξαντλητικό αφού η ταβέρνα λειτουργούσε από τις δώδεκα το μεσημέρι μέχρι αργά τη νύχτα, αλλά η Αρχοντούλα δεν παραπονιόταν. Ποτέ εξ άλλου δεν ήταν εύκολη η ζωή της και αυτό φαίνεται πως θα συνέχιζε μέχρι να κλείσει τα μάτια της.

Αυτό το βράδυ η κούραση την είχε καταβάλει. Σάββατο και τα τραπέζια γέμιζαν και άδειαζαν ασταμάτητα. Και σαν να μην της έφτανε αυτό ένας διαβολεμένος πονοκέφαλος έκανε τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα. Τα παυσίπονα που έπαιρνε κάθε δυο ώρες ίσα που τη βοηθούσαν να μη σωριαστεί. 

Το αφεντικό πρόσεξε την αδυναμία της και της πρότεινε να ξεκουραστεί λίγο και να πιει ένα χυμό. Ακολούθησε τη συμβουλή του και κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα στην είσοδο. Ο εξωτερικός χώρος του μαγαζιού ήταν κατάμεστος, ενώ αρκετές παρέες περίμεναν υπομονετικά να αδειάσει κάποιο τραπέζι για να κάτσουν. Ήπιε με αργές γουλιές το χυμό και αφού αισθάνθηκε κάπως καλύτερα σηκώθηκε να γυρίσει στην κουζίνα. Μια γνωστή φωνή την έκανε να στρέψει το βλέμμα προς την παρέα από όπου ακούστηκε. Με έκπληξη αλλά και κάποιο φόβο αντίκρισε τον Μάνο με την οικογένεια του και μερικούς φίλους τους. Ανάμεσά τους και η Μυρτώ, η κόρη του Ήφαιστου που καθόταν δίπλα στο γιο του Μάνου και από τις κινήσεις τους κατάλαβε πως υπήρχε σχέση μεταξύ τους. 

“Αυτή δεν είναι η γριά της Αίγινας;”, άκουσε τη φωνή του νεαρού που κοίταγε προς το μέρος της.

Ο Μάνος πρόλαβε να δει μόνο την πλάτη της καθώς θορυβημένη μπήκε βιαστικά στην κουζίνα.

“Δεν πιστεύω!”, του απάντησε αβέβαιος. “Μοιάζει νεότερη και το μαλλί της είναι κοντοκουρεμένο. 

Άλλωστε τι δουλειά μπορεί να έχει εδώ;”.

“Και όμως”, επέμεινε ο γιος του, “Και η Μυρτώ την αναγνώρισε!”

Η περιέργεια ανάγκασε το Μάνο να εξακριβώσει αν ο μικρός είχε δίκιο. Πατώντας πάνω σε ένα χαλί από τσόφλια γαρίδας, που είχαν σωρευτεί από τους θαμώνες που αυτή έβρισκαν την καλύτερη λύση για να διατηρούν σχετικά καθαρά τα τραπέζια τους για τις επόμενες λιχουδιές, μπήκε στο εσωτερικό της ταβέρνας. Αναζήτησε με το βλέμμα την ηλικιωμένη γυναίκα, αλλά δεν την είδε πουθενά.

“Θέλετε κάτι:”, τον ρώτησε ένας ευγενικός σερβιτόρος.

“Ψάχνω μια κυρία που καθόταν πριν λίγο μπροστά στην είσοδο. Μου φάνηκε γνωστή και ήθελα να σιγουρευτώ”.

“Α, την Ισμήνη εννοείτε την λατζέρισα! Μέσα στην κουζίνα είναι, θέλετε να τη φωνάξω;”.


Στείλτε μας στο tinios60@gmail.com, διηγήματα, στίχους, ποιήματα με την ένδειξη: Προς δημοσίευση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου