ΣΤΕΙΛΤΕ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΚΕΙΜΕΝΑ

Ιστορίες σε εξέλιξη. Κάθε ανάρτηση,συνέχεια της ιστορίας. Η συνέχεια των ιστοριών θα ανεβαίνουν καθημερινά. Μπορείτε να στέλνετε τις δικές σας ιστορίες στο tinios60@gmail.com Με την Ένδειξη για Ανάρτηση

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Άγρια κυνήγια (διήγημα)

Του Κώστα Δρουγαλά

«Έρχεται συμφορά μεγάλη», συμπέρανε η βάβω μου κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο τα μολυβένια σύννεφα.

«Άλλα θα ’λεγες αν ήσουν ακόμη στα χωράφια», της είπα.

«Συμφορά είναι, άκου που σου λέω. Βγήκε πάλι παγανιά».

«Ποιος βγήκε παγανιά; Τι ανοησίες λες πάλι;»

Σήκωσε το ζαβό της χέρι.

«Το βλέπεις το σύννεφο; Βλέπεις που οι άκρες του μοιάζουν με λερωμένη φουστανέλα; Αυτός είναι ο Φώτης, ο πρωτοκλέφτης».

«Ποιος είναι ο Φώτης;»

«Ο Φώτης ο Γιαγκούλας ντε, ο λήσταρχος».

Δεν έβλεπα ούτε νεφέλες φουστανέλες ούτε τον Φώτη τον Γιαγκούλα, μόνο μια συστάδα σύννεφων που κινούνταν σαν αργοκίνητη αρμάδα. Την έπιασα απ’ το χέρι αναστενάζοντας σαν τον ζέφυρο στον κάμπο.

«Πάλι δεν πήρες τα χάπια σου; Καλά εμένα, τον μπαμπά δεν τον λυπάσαι; Όλη μέρα τρέχουμε από πίσω σου».

Η βάβω με κοίταξε απογοητευμένη. Τα μάτια της ήταν υγρά.

«Δεν ήρθε ακόμη η ώρα και δεν βλέπεις, κλούβιο είναι ακόμη το μάτι σου. Κάποια στιγμή θα τον δεις τον Φώτη στον ουρανό».

Η βάβω μου στράβωνε όταν αντιμιλούσα, γι’ αυτό αποφάσισα να μην της πάω κόντρα. Κάποια δέντρα δεν ισιώνουν. Παρόμοιες παλαβομάρες ξεστόμιζε κάθε φορά που έκρυβε τα χάπια κάτω απ’ το μαξιλάρι.

«Για τα κρίματά του έγινε προστάτης άγγελος. Βγαίνει για σεργιάνι από την προηγούμενη και ψάχνει τις ψυχές όσων θα σκοτωθούν, να τις περάσει με ασφάλεια στον άλλον κόσμο», συνέχισε. «Αύριο θα ’χουμε άγριο κυνήγι». 


Την επόμενη μέρα ξεκίνησε ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία. Η βάβω άκουγε τους βομβαρδισμούς και με κοιτούσε όλο νόημα. Στην τηλεόραση ανέφεραν πως οι βόμβες περιείχαν απεμπλουτισμένο ουράνιο, υλικό απαγορευμένο από τις Διεθνείς Συνθήκες.

Πέρασαν πάνω από δύο χρόνια μέχρι να μου ξαναμιλήσει για το σύννεφο Γιαγκούλας. Ήταν 10 Σεπτεμβρίου 2001 κι έδειχνε κακόκεφη.

«Τι έχεις, ρε γιαγιά;» τη ρώτησα την ώρα που σκούπιζε τα μάτια της. «Απ’ το πρωί σαν τη Μεγάλη Παρασκευή είσαι».

«Και πώς θες να είμαι, βρε παιδάκι μου; Το πρωί πέρασε ο Γιαγκούλας». 


Στα χρόνια που ακολούθησαν η βάβω μου είχε προβλέψει όλες τις μεγάλες συμφορές σπουδάζοντας τον ουρανό. Τον πόλεμο στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, τον εμφύλιο στη Συρία, τη Λιβύη και την Υεμένη, τον τυφώνα Κατρίνα, τον σεισμό στην Αϊτή, το τσουνάμι στον Ινδικό Ωκεανό. Μπορούσε να ξεχωρίσει μια μάζα υδρατμών από τον φουστανελοφόρο των κακών μαντάτων. Όταν έβλεπε τον λήσταρχο στον ουρανό, έλεγε, να ο Γιαγκούλας, κι αμέσως άρχιζε η δακρύρροια. Την επόμενη ερχόταν πάντα η καταστροφή. Ο Γιαγκούλας ήταν ο νεκρικός πομπός κι η γιαγιά μου ο αναμεταδότης από το βασίλειο των θνητών. 


Ένα καλοκαιρινό απομεσήμερο μου ’πε στο τηλέφωνο πως τα ψωμιά της ήταν μετρημένα. Ήθελε να με δει μοναχό μου, να μου δώσει δήθεν την ευχή της. Την είχα μάθει όμως και δεν περνούσαν σ’ εμένα οι ξούρες της – όταν έλεγε ψέματα η φωνή της έτρεμε σαν το κεράκι στο μνήμα. Μόλις μείναμε μόνοι, μ’ έσφιξε απ’ τον καρπό.

«Τον νου σου, παιδάκι μου, έρχεται η σειρά σου. Τα σύννεφα να βλέπεις. Εκεί είναι γραμμένα».

«Ποια είναι γραμμένα;»

Μου είπε για τον παππού του παππού της. Ήταν οιωνοσκόπος, μόνο που αντί για την πλάτη του αρνιού διάβαζε τα σύννεφα. Δεν έβλεπε όμως χαρές, ούτε γάμους ούτε γεννητούρια. Μόνο θανατικά και τον λήσταρχο Νταβέλη σ’ ένα μαύρο σύννεφο. Κάθε δύο γενιές το χάρισμα κληροδοτούνταν στον πρωτότοκο. Ο εγγονός του, ο παππούς της γιαγιάς μου, έβλεπε τον αρχιληστή Κίτσο. Όσο προχωρούσαν οι γενιές, άλλαζαν κι οι λήσταρχοι. Οι παλιοί έδιναν τη σειρά τους στους νεότερους. Η γιαγιά μου έβλεπε τον Γιαγκούλα.

Η βάβω έσβησε το ίδιο βράδυ.

Εγώ ήμουν ο επόμενος. 

Ένα φθινοπωρινό πρωινό πρωτοείδα τον Γιαγκούλα. Στην αρχή αναρωτήθηκα γιατί έβλεπα τον ίδιο λήσταρχο με τη γιαγιά μου. Η βιβλιογραφία έδωσε τις απαντήσεις που χρειαζόμουν. Με τον θάνατο του Γιαγκούλα στα 1925 έκλεισε οριστικά η ληστεία στην Ελλάδα. Επομένως, κι οι απόγονοί μου, κι αυτοί τον Γιαγκούλα θα έβλεπαν στον ουρανό.

Την επόμενη μέρα έγινε σεισμός 7,3 Ρίχτερ στην πόλη Ιγουάκι της Ιαπωνίας. Ύστερα από δύο εβδομάδες, τον είδα πάλι, με τη λερή του φουστανέλα να πλησιάζει σαν το χαροπούλι. Λίγες ώρες αργότερα 14 άνθρωποι πνίγηκαν στην Πολωνία και τη Ρουμανία.

Δεν είναι χάρισμα, είναι κατάρα. Κάθε φορά που βλέπω τον Φώτη τον Γιαγκούλα στον ουρανό με τσιμπούν στο στήθος παραμάνες. Τα βράδια δεν κλείνω μάτι – ούτε το χαμόμηλο ούτε το μελισσόχορτο μπορούν να με γιατρέψουν. 

Στις 27 Φεβρουαρίου 2023, κοίταξα τον ουρανό και είδα πάλι τον Γιαγκούλα. Κατάμαυρη φουστανέλα, λερωμένη από πάνω ως κάτω. Κοίταξα πιο ψηλά, εκεί που θα έπρεπε να βρίσκονται τα μάτια του λήσταρχου. Έκλαιγε ο Φώτης, έκλαιγε και τραγουδούσε. Μόνο εγώ τον άκουγα. Γνώριζα τον σκοπό. Σας κλαιν τα δέντρα όλα, σας κλαιν και τα κλαδιά. Σιούνται τα δέντρα όλα, σιούνται και τα κλαδιά. Άρχισε να βρέχει. Μέτρησα με το δάχτυλο τα δάκρυα του Γιαγκούλα που έπεφταν στη γη. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, σύνολο πενήντα επτά. Μια γρήγορη βροχή πάνω απ’ τα Τέμπη κι αυτό ήταν όλο.

 

* Ο Κώστας Δρουγαλάς είναι συγγραφέας. Τελευταίο του το μυθιστόρημα «Το τελευταίο τραγούδι του Ντύλαν» (εκδ. Πικραμένος)

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου