Η Συμφωνία του Χρόνου: Διήγημα μεταφυσικού μυστηρίου και ανατροπής

Εικόνα
Το ρολόι του τοίχου χτυπούσε με έναν ξηρό, μεταλλικό ήχο που έμοιαζε να τρυπάει τη σιωπή του δωματίου. Μεσάνυχτα ακριβώς . Ο Μιχάλης καθόταν, όπως κάθε βράδυ τα τελευταία επτά χρόνια, καθηλωμένος στην αναπηρική του καρέκλα μπροστά από το μεγάλο παράθυρο του σαλονιού. Έξω, τα φώτα της πόλης έτρεμαν κάτω από την ψυχρή φθινοπωρινή βροχή. Τα πόδια του, άψυχα κομμάτια κρέατος σκεπασμένα με μια μάλλινη κουβέρτα, δεν ένιωθαν τίποτα. «Επτά χρόνια, τρεις μήνες και δώδεκα ημέρες» , ψιθύρισε στον εαυτό του. Τόσος χρόνος είχε περάσει από τη νύχτα που το αυτοκίνητό του γλίστρησε στον βρεγμένο δρόμο, στερώντας του τη δυνατότητα να ξανασταθεί όρθιος. ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ Ξαφνικά, η θερμοκρασία στο δωμάτιο έπεσε απότομα. Η ανάσα του Μιχάλη βγήκε σε ένα λευκό σύννεφο ατμού. Στη γωνία του σαλονιού, εκεί όπου το σκοτάδι ήταν πιο πυκνό, οι σκιές άρχισαν να στροβιλίζονται, παίρνοντας σάρκα και οστά. Μέσα από το πουθενά, ένας άνδρας με κομψό, μαύρο κοστούμι και βλέμμα που έλαμπε σαν αναμμένο κάρβουν...

Η ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ (9η συνέχεια. Το φευγιό της Αρχοντούλας)

Δείτε εδώ  τις μέχρι τώρα συνέχειες σε ενιαίο κείμενο

Μπορείτε να αντιγράψετε τα κείμενα και να δημιουργήσετε αρχείο (WORLD ή OPEN OFFICE) ώστε να έχετε ενιαίο το κείμενο και στο τέλος ολοκληρωμένο το μυθιστόρημα


Μάταια προσπάθησε να την μεταπείσει. Ούτε όταν τις απαρίθμησε τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζε όπου κι αν πήγαινε χωρίς λεφτά και ξένη μεταξύ ξένων. Μόνο όταν αναφέρθηκε στη μικρή φάνηκε να λυγίζει για μια στιγμή.

«Δεν μπορώ να τη σέρνω μαζί μου», παραδέχθηκε. «Εσύ θα την φροντίσεις, την αφήνω στα χέρια σου. Ξέρω δεν μπορείς να την πάρεις σπίτι σου, ούτε να μείνεις εδώ. Γι αυτό σε παρακαλώ να την πας στο μοναστήρι. Πες πως είναι ανιψιά σου και επειδή πρέπει να λείψεις για λίγο την αφήνεις στην προστασία των καλογριών. Άνθρωποι του Θεού είναι, δεν θα αρνηθούν!» 

Ο γέρος την κοίταξε δακρυσμένος. «Μη φύγεις!», ήταν το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει.

«Πρέπει του απάντησε βουρκωμένη κι αυτή. «Όμως θα γυρίσω σύντομα, όταν σιγουρευτώ πως τίποτα από ότι φοβάμαι δεν έχει βάση».

Έβαλε τα λιγοστά της πράγματα σε δυο πλαστικές τσάντες και τον αγκάλιασε.

«Δεν πάω να δω τη μικρή», ψιθύρισε. «Δεν θέλω να κλάψω μπροστά της. Να προσέχεις γέρο μου! ». 

«Και εσύ κυρά μου. Η Αθήνα είναι άγρια και εσύ άμαθη στον κόσμο».

«Θα τα καταφέρω!», απάντησε κάνοντας μιαν αποτυχημένη προσπάθεια να χαμογελάσει. «Θα τα καταφέρω!»

Ο Μπάρμπα Νίκος βγήκε στην αυλή και απόμεινε να την κοιτάζει καθώς έπαιρνε το δρόμο για το άγνωστο. «Στο καλό και γρήγορα να έρθεις πίσω!», μουρμούρισε απελπισμένα και σκούπισε με την παλάμη του τα δάκρυα. 



Ο Αντώνης είχε βρεθεί σε αδιέξοδο. Όλες του οι έρευνες σχετικά με τον ιερέα απέβησαν άκαρπες. Κανείς με αυτό το επώνυμο δεν υπηρετούσε στις τάξεις των ιερωμένων της Αρχιεπισκοπής. Τρεις ήταν οι λογικές υποθέσεις που μπορούσε να σκεφτεί, να ανήκε σε άλλη μητρόπολη, να μην ήταν καν παπάς, ή να μην ήταν συγγενής πρώτου βαθμού με το ζευγάρι Κοντού. Και οι τρεις πιθανότητες ήταν πολύ δύσκολο να διαλευκανθούν. 

Η Δανάη τον πλησίασε κρατώντας μια μπύρα και δυο ποτήρια.

«Σου έχει γίνει εμμονή η ιστορία με τον παπά», τον μάλωσε μαντεύοντας τις σκέψεις του.

«Το αλλόκοτο όνειρο είναι η εμμονή μου!», της απάντησε. «Και ο παπάς είναι μέρος του!».

Η Δανάη δεν συνέχισε την κουβέντα. Η νύχτα που πέρασε ήταν πολύ κουραστική. Υπηρετούσε στην Αστυνομία από το 1969, από τις πρώτες που μπήκαν στο σώμα, και αυτή η δουλειά είναι σκληρή και για γυναίκες και για άντρες. Γέμισε τα ποτήρια και του πρόσφερε το ένα. «Στην υγειά σου» του ευχήθηκε, και ήπιε σχεδόν το μισό δικό της μα μια ρουφηξιά. Ο Αντώνης δεν μπόρεσε να κρατήσει ένα χαμόγελο βλέποντας τον αφρό να σχηματίζει μουστάκι στα χείλη της..»Σου πάει!», την πείραξε αγκαλιάζοντας την τρυφερά. Έξι χρόνια μαζί της και ένοιωθε ερωτευμένος σαν την πρώτη ημέρα. Κάποια στιγμή έπρεπε να πάρει την απόφαση να παντρευτούν. Όχι ότι θα άλλαζε πολλά αφού ούτως ή άλλως συζούσαν όλα αυτά τα χρόνια, αλλά οι κοινωνικές συμβάσεις και οι γονείς τους το απαιτούσαν. 

«Τελικά βρήκες καμία άκρη;», τον ρώτησε χαϊδεύοντας τα μαλλιά του, συνήθεια που την είχε από τις πρώτες μέρες της σχέσης του. Την ηρεμούσε και της χάριζε μιαν αίσθηση τρυφερότητας.

«Τίποτα, έχω βαλτώσει!», της απάντησε απογοητευμένος. «Μάλλον δεν είναι Κοντός το επώνυμο του. Ίσως είναι μακρινός συγγενής ή και καθόλου.».

«Υπάρχει και άλλη εκδοχή», είπε σκεπτική η Δανάη. «Αφού δεν τον βρήκες στην Αρχιεπισκοπή , σίγουρα δεν ανήκει σε αυτήν. Το να είναι σε απομακρυσμένη μητρόπολη είναι μια πιθανότητα, όμως υπάρχει και άλλη. Για τους παλαιοημερολογίτες έχεις ακουστά;».

Ο Αντώνης τινάχτηκε ξαφνιασμένος. Πάντα αυτή η γυναίκα ήταν πιο μπροστά από τον ίδιο στην επεξεργασία δεδομένων, «Είσαι μεγαλοφυΐα αγάπη μου! Αν και αυτή σου η επισήμανση λίγο βοηθάει! Ξέρεις πόσες παρατάξεις υπάρχουν στο χώρο τους;».

«Πάντως είναι μια αρχή. Προκειμένου να ψάχνεις όλες τις μητροπόλεις της Ελλάδας.», του απάντησε σχετικά βαριεστημένη. 

Η συζήτηση άρχισε να της γίνεται αδιάφορη, Άλλωστε δεν έβλεπε το λόγο να ασχολούνται δυο  σοβαροί άνθρωποι με ένα χαζό όνειρο!


Στείλτε μας στο tinios60@gmail.com, διηγήματα, στίχους, ποιήματα με την ένδειξη: Προς δημοσίευση

Σχόλια

πλεγμα

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Το ήξερα πως θα φτάσω τελευταίος: Διήγημα μεταφυσικού μυστηρίου

Πολύ Ψέμα για μια Αλήθεια: Ένα Καθηλωτικό Διήγημα Μυστηρίου

Περίπου Ζωντανός: Ένα Διήγημα Μυστηρίου και Μεταφυσικής