ΣΤΕΙΛΤΕ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΚΕΙΜΕΝΑ

Ιστορίες σε εξέλιξη. Κάθε ανάρτηση,συνέχεια της ιστορίας. Η συνέχεια των ιστοριών θα ανεβαίνουν καθημερινά. Μπορείτε να στέλνετε τις δικές σας ιστορίες στο tinios60@gmail.com Με την Ένδειξη για Ανάρτηση

Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2023

ΑΝΟΙΚΤΕΣ ΠΛΗΓΕΣ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ (50η συνέχεια, Η Μαριγώ στην Αθήνα)

 Δείτε εδώ  τις μέχρι τώρα συνέχειες σε ενιαίο κείμενο

Μπορείτε να αντιγράψετε τα κείμενα και να δημιουργήσετε αρχείο (WORLD ή OPEN OFFICE) ώστε να έχετε ενιαίο το κείμενο και στο τέλος ολοκληρωμένο το μυθιστόρημα


Ο Θαυμασμός της Καλλιόπης, μεγάλωσε με αυτή την αποκάλυψη. Μήπως η γνωριμία τους ήταν θεϊκό σημάδι για τον δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει; Σαν άντρας δεν της ήταν αδιάφορος,, για την ακρίβεια της ήταν πολύ συμπαθής, και η ιδέα να γίνει σύζυγος ιερέα της φάνηκε πολύ ελκυστική! Η πρώτη της επιλογή παρέμενε η μοναστική ζωή, αλλά αν το θέλημα του Θεού ήταν άλλο, θα το ακολουθούσε χωρίς δισταγμό. 

 “Από τα λίγα που γνωρίζω γι αυτά τα θέματα, οι υποψήφιοι ιερείς δεν πρέπει να έχουν προγαμιαίες σχέσεις.”, του είπε με συστολή. “Ισχύει πραγματικά”; 

 “Απαράβατος κανόνας!”,της απάντησε σοβαρά. “Μπορείς να γίνεις μεγάλος άγιος αν έχεις τέτοιες σχέσεις και μετανοήσεις, ιερέας όμως όχι”! 

 Κάτι από την παλιά Καλλιόπη επιχείρησε να ξυπνήσει μέσα της με την ομολογία παρθενίας του Γιώργου, όμως γρήγορα το ξεπέρασε, αναλογιζόμενη το μεγαλείο μιας τέτοιας θυσίας. 

 ”Είσαι αξιοθαύμαστος άνθρωπος! Πολύ λίγοι θα μπορούσαν να αντισταθούν στους πειρασμούς της σάρκας”! 

 “Δεν είναι καθόλου εύκολο, πίστεψε με! Είναι ένας διαρκής αγώνας με πόνο και πολύ μοναξιά. Μόνο η προσευχή και η πίστη βοηθάνε”. 

 Μίλησαν αρκετά και χώρισαν με την υπόσχεση να ξαναβρεθούν την επόμενη μέρα στο ίδιο μέρος. Με την επιστροφή της στο σπίτι, η θλίψη στα μάτια της θείας της, δεν προοιώνιζε κάτι καλό. 

“Συμβαίνει κάτι θεία;”, τη ρώτησε με αγωνία. “Δυστυχώς έχω κάποια άσχημα νέα από το χωριό! Ο Βασίλης...” 

 “Ο Βασίλης, ο Νομικός; Έπαθε κάτι”; 

 “Πως να σου το πω κορίτσι μου! Δυστυχώς δεν είναι πια μαζί μας”! 

 Η Καλλιόπη σωριάστηκε στην καρέκλα συγκλονισμένη.

 ”Πως έγινε;”, κατάφερε να πει. 

 “Όπως μου είπε η μάνα σου, ανακοπή ή κάτι τέτοιο. Σήμερα έγινε η κηδεία”. 

 “Πρέπει να τηλεφωνήσω στη Μαριγώ! Τώρα θα με χρειάζεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά!” “Μην κάνεις τον κόπο! Έφυγε από το χωριό αμέσως μετά την κηδεία. Έρχεται στην Αθήνα.”

 “Στην Αθήνα; Από που κι ως που; Δεν ξέρει κανέναν εδώ; “

 ”Είπε πως θα μείνει λίγο με τη Ρηνιώ να ηρεμήσει και ύστερα θα δει τι θα κάνει”. 

 Τα μάτια της Καλλιόπης γέμισαν δάκρυα. “Αυτή λοιπόν είναι η τιμωρία για το φόνο του Αριστείδη”, σκέφτηκε με απόγνωση, καθώς δεν είχε ιδέα για όλα τα υπόλοιπα που είχαν συμβεί. Έπρεπε να επικοινωνήσει οπωσδήποτε με τη Ρηνιώ, αλλά δεν είχε τηλέφωνο της. Από τη θεία της ήξερε πως έμενε στη βίλα του Μάρκου. Άνοιξε το χρυσό οδηγό και έψαξε το όνομα. Ευτυχώς ο αριθμός ήταν καταχωρημένος στο δικό του. Σχημάτισε τον αριθμό και άκουσε με ανακούφιση την φωνή της. Δεν είχε καμία διάθεση να μιλήσει με τον Μάρκο. Τον φοβόταν όπως όλοι στο χωριό. 

 “Καλησπέρα Ρηνιώ. Η Καλλιόπη είμαι!”

“Καλλιόπη μου! Τι έκπληξη είναι αυτή!”

 “Βρήκα το τηλέφωνο στον κατάλογο, και ήθελα να μιλήσουμε λίγο. Έχεις χρόνο;” 

 “Είμαι μόνη σπίτι, όπως τις περισσότερες ώρες εξ άλλου, οπότε έχω όσο χρόνο θέλεις”! 

 “Θα έμαθες τα νέα φαντάζομαι.”

 “Εννοείς για τον Βασίλη; Τα έμαθα δυστυχώς. Τα άσχημα μαθαίνονται γρήγορα!” 

 “Με τη Μαριγώ μίλησες;” 

 “Όχι προσπάθησα σήμερα, όμως η μάνα της μου είπε πως λείπει στη Χώρα. Η καημένη η Βασίλαινα! Με το ζόρι μπορούσε να μου μιλήσει!” 

 ”Δηλαδή δεν ξέρεις πως θα έρθει σε εσένα;” 

 “Σε μένα; Εδώ στου Μάρκου;” 

 “Έτσι μου είπε η θεία μου.” 

 “Αποκλείεται! Δεν ξέρει που είναι το σπίτι, μόνο το τηλέφωνο έχει, αλλά δεν μου τηλεφώνησε”. “Ίσως το κάνει μόλις φτάσει στον Πειραιά. Αν έχεις νέα της σε παρακαλώ ενημέρωσε με.” 

Μίλησαν ακόμα λίγο για τα δικά τους και έκλεισαν τη γραμμή. Η σκέψη της ήταν συνέχεια στη Μαριγώ. Έτσι άμαθη που ήταν από μεγαλουπόλεις και τόσο ευάλωτη τώρα, με το θάνατο του πατέρα της, θα ήταν σε δραματική κατάσταση. Κοίταξε το ρολόι του τοίχου. Εφτά και είκοσι. Προλάβαινε να κατέβει στο λιμάνι πριν φτάσει το καράβι. Ήλπιζε να χαρεί με την παρουσία της εκεί. Όσο κι αν είχε αλλάξει, σίγουρα θα ήθελε την παρέα της πιο καλής της φίλης. 

 Έφτασε την ώρα που το πλοίο έκανε μανούβρες για να δέσει. Η καρδιά της κτυπούσε δυνατά. Αλήθεια με τι λόγια θα την παρηγορούσε; Τι έπρεπε να της πει για να απαλύνει τον πόνο της; Οι επιβάτες άρχισαν να κατεβαίνουν και τα μάτια της είχαν κολλήσει στην έξοδο του πλοίου για να την εντοπίσει.. Την είδε μετά από λίγα λεπτά να κατεβαίνει με μια βαλίτσα στο χέρι. Τίποτα δεν έδειχνε το δράμα που υποτίθεται θα την είχε συγκλονίσει! Μόνο τα μαύρα που φορούσε σε προδιέθεταν για το πένθος. Όλα τα υπόλοιπα έδειχναν τόσο παράταιρα για μια κόρη που μόλις είχε χάσει τον αγαπημένο της πατέρα! Σχεδόν χαμογελαστή συνομιλούσε με έναν από τους ναύτες, που η Καλλιόπη τον αναγνώρισε. Ήταν από το ίδιο νησί και δούλευε χρόνια στο πλοίο. 

 “Μαριγώ!”, της φώναξε και αυτή γύρισε ξαφνιασμένη. Έπεσε στην αγκαλιά της και της πήρε τη βαλίτσα από το χέρι. 

 “Πόσο λυπάμαι καλή μου! Μόνο κουράγιο μπορώ να σου πω!”

 “Ευχαριστώ”, απάντησε μονολεκτικά εκείνη. 

 “Θα έρθεις μαζί μου σπίτι, δεν το συζητώ!” 

 “Για λίγες μέρες θα μείνω στο ξενοδοχείο, που μου σύστησε ο Αργύρης, ο ναύτης ξέρεις. Δουλεύει εκεί ο αδερφός του ρεσεψιονίστ και με διαβεβαίωσε πως είναι πολύ καλό.



Στείλτε μας στο tinios60@gmail.com, διηγήματα, στίχους, ποιήματα με την ένδειξη: Προς δημοσίευση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου