Στα δεκαπέντε της χρόνια, ο κόσμος της Κατερίνας περιορίστηκε απότομα στα όρια μιας σκληρής, άνυδρης γης, σε ένα απομονωμένο νησί του Αιγαίου.
Η ξαφνική, καθηλωτική ασθένεια της μητέρας της την ανάγκασε να αφήσει το σχολείο στην τελευταία τάξη, αντικαθιστώντας τα βιβλία με τις τραχιές δουλειές του κάμπου. Κάθε πρωί, κάτω από τον καυτό ήλιο, δούλευε στα χωράφια και φρόντιζε τα ζώα της οικογένειας πλάι στον πατέρα της. Εκείνος ήταν ένας άνθρωπος δωρικός, σμιλεμένος από την πέτρα και την αλμύρα, με μια συμπεριφορά σκληρή που όμως μαρτυρούσε μια βαθιά, προστατευτική ευαισθησία, θαμμένη κάτω από χρόνια
σιωπής.Η καθημερινή τριβή και η απομόνωση γέννησαν ανάμεσά τους μια διαρκή, ηλεκτρισμένη διαμάχη. Όμως, με το πέρασμα του χρόνου, η εφηβική εξέγερση της Κατερίνας μεταλλάχθηκε υποσυνείδητα σε κάτι σκοτεινό και παράνομο: έναν απαγορευμένο, απόλυτο έρωτα για τον άνθρωπο που την μεγάλωσε.
Όταν η Κατερίνα, τυφλωμένη από το πάθος της, τόλμησε να του φανερώσει το παρανόμο αίτημά της, η αντίδραση του πατέρα της ήταν βίαιη, γεμάτη τρόμο και αποτροπιασμό. Η οργή του την τσάκισε. Ανήμπορη να αντέξει την ντροπή και την απόρριψη, η κοπέλα μάζεψε τα λιγοστά της πράγματα, επιβιβάστηκε στο πλοίο της γραμμής και έφυγε για πάντα από το νησί, αναζητώντας καταφύγιο στην αφιλόξενη Αθήνα.
Μέρος Β': Η Άνοδος και η Ψευδαίσθηση της Δόξας
Στην πρωτεύουσα, η μοίρα έφερε στον δρόμο της τον Αλέξανδρο, έναν επιτυχημένο και γοητευτικό δικηγόρο κοντά στα τριανταπέντε. Ο Αλέξανδρος είδε στα μάτια της πληγωμένης κοπέλας κάτι που κανείς άλλος δεν είχε προσέξει: ένα σπάνιο, έμφυτο ταλέντο στο σχέδιο μόδας. Μαγεμένος από την προσωπικότητά της, της πρότεινε να ασχοληθεί επαγγελματικά με τον χώρο των ενδυμάτων και της βρήκε δουλειά σε μια μικρή βιοτεχνία ρούχων.
Εκεί, η Κατερίνα μεταμορφώθηκε. Η ανάγκη της για εκδίκηση απέναντι στη ζωή τη μετέτρεψε σε μια αδίστακτη, πανέξυπνη γυναίκα. Με τα πρωτοποριακά της σχέδια απογείωσε τη βιοτεχνία, αλλά δεν σταμάτησε εκεί. Κινούμενη στο παρασκήνιο με ύπουλο και μεθοδικό τρόπο, παγίδευσε τους ιδιοκτήτες, πήρε την εταιρεία ολοκληρωτικά στα χέρια της και μέσα σε λίγα χρόνια την μετέτρεψε στον μεγαλύτερο κολοσσό ένδυσης στην Ελλάδα.
Ο Αλέξανδρος παρέμενε ο φύλακας άγγελός της, ο άνθρωπος που τη στήριζε σε κάθε βήμα. Η πνευματική τους σύνδεση εξελίχθηκε σύντομα σε μια παθιασμένη, ερωτική σχέση. Η Κατερίνα πίστευε ότι είχε κατακτήσει τα πάντα.
Μέρος Γ': Η Νέμεσις
Ο θρίαμβος, όμως, ήταν μια οφθαλμαπάτη. Κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης ενός παλιού γνωστού από το νησί στην Αθήνα, μια κρυφή αλήθεια διέρρευσε σαν δηλητήριο. Η Κατερίνα έμαθε έντρομη πως ο σκληρός άνδρας που την μεγάλωσε στο Αιγαίο δεν ήταν ο βιολογικός της πατέρας.
Η μητέρα της, στα νιάτα της, είχε ζήσει ένα κρυφό, θυελλώδες ειδύλλιο με έναν νεαρό που υπηρετούσε τότε τη θητεία του στο νησί: τον Αλέξανδρο.
Ο κόσμος γύρω της άρχισε να καταρρέει με πάταγο. Ο άνδρας που είχε στο πλευρό της, ο εραστής της, ο άνθρωπος που την καθοδηγούσε, ήταν ο πραγματικός της πατέρας. Η βίαιη άρνηση του άνδρα στο νησί δεν ήταν οργή, αλλά η απεγνωσμένη προσπάθεια ενός ανθρώπου να την προστατεύσει από την αιμομιξία, χωρίς να αποκαλύψει το μυστικό της νεκρής πια συζύγου του.
Πριν προλάβει να διαχειριστεί τη φρίκη, η μοίρα τής παρέδωσε το τελειωτικό χτύπημα. Οι εργαστηριακές εξετάσεις που κρατούσε στα τρεμάμενα χέρια της επιβεβαίωσαν τον χειρότερό της εφιάλτη: ήταν έγκυος. Το παιδί που μεγάλωνε μέσα της ήταν ο καρπός μιας ανίερης, τραγικής ύβρεως.
Εκείνη τη στιγμή, η πόρτα του πολυτελούς γραφείου της άνοιξε. Ο Αλέξανδρος μπήκε μέσα χαμογελώντας, γεμάτος ενέργεια, κρατώντας στα χέρια του τα νέα συμβόλαια για την επέκταση της αυτοκρατορίας τους στο εξωτερικό.
«Τα καταφέραμε, Κατερίνα! Ο κόσμος μάς ανήκει!» φώναξε γεμάτος περηφάνια, πλησιάζοντάς την για να την αγκαλιάσει.
«Τα καταφέραμε, Κατερίνα! Ο κόσμος μάς ανήκει!» φώναξε γεμάτος περηφάνια, πλησιάζοντάς την για να την αγκαλιάσει.
Εκείνη, όμως, έκανε ένα βήμα πίσω, σαν να την είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα. Το πρόσωπό της ήταν χλωμό σαν του πεθαμένου, τα μάτια της άδεια, καρφωμένα πάνω του.
«Μην με ακουμπάς...» ψιθύρισε με μια φωνή που δεν έμοιαζε δική της.
«Μην με ακουμπάς...» ψιθύρισε με μια φωνή που δεν έμοιαζε δική της.
Ο Αλέξανδρος πάγωσε, αφήνοντας τα χαρτιά να πέσουν στο γραφείο. «Τι συμβαίνει; Είσαι καλά;»
Με κομμένη την ανάσα, η Κατερίνα άφησε πάνω στο τραπέζι δύο έγγραφα: την επιστολή με την αλήθεια από το νησί και τα αποτελέσματα της εγκυμοσύνης. Καθώς ο Αλέξανδρος διάβαζε, το χαμόγελό του έσβησε, τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν και τα μάτια του γούρλωσαν από απόγνωση. Η αλήθεια για τη θητεία του στο Αιγαίο, για τη γυναίκα που είχε αγαπήσει και για το κορίτσι που είχε μπροστά του, τον χτύπησε σαν κεραυνός. Κοίταξε την κόρη ερωμένη του, ανίκανος να αρθρώσει λέξη, πνιγμένος από τις ίδιες του τις πράξεις.
«Κερδίσαμε τα πάντα, Αλέξανδρε», είπε η Κατερίνα με ένα πικρό, παγωμένο χαμόγελο, ενώ τα δάκρυα αυλάκωναν το πρόσωπό της. «Γίναμε οι μεγαλύτεροι στην Ελλάδα. Αλλά η μοίρα δεν ξεγελιέται με πλούτη».
Χωρίς να περιμένει απάντηση, χωρίς να αντέξει να δει τον τρόμο στα μάτια του πατέρα της, η Κατερίνα γύρισε την πλάτη της στην αυτοκρατορία που με τόσο κόπο και ύπουλα μέσα είχε χτίσει. Βγήκε από το κτίριο μέσα στην παγωμένη νύχτα της Αθήνας.
Τις επόμενες ημέρες, η μεγαλύτερη εταιρεία ένδυσης της χώρας έμεινε ορφανή. Ο Αλέξανδρος, συντετριμμένος από τις τύψεις, παραιτήθηκε από τα πάντα, κλείνοντας τον εαυτό του σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, ανίκανος να αντρέξει το φως της ημέρας. Η Κατερίνα, έχοντας αφήσει πίσω της τη δόξα, τα λεφτά και τη λάμψη της μόδας, επέστρεψε κρυφά στο νησί του Αιγαίου.
Εκεί, στο παλιό, μισογκρεμισμένο σπίτι, ο σκληρός άνδρας που την μεγάλωσε την περίμενε στην αυλή. Δεν ρώτησε τίποτα. Δεν ζήτησε εξηγήσεις. Κατάλαβε τα πάντα κοιτάζοντας το πληγωμένο της βλέμμα και την κοιλιά της. Άνοιξε την αγκαλιά του και, για πρώτη φορά στη ζωή του, έκλαψε γοερά, προσφέροντάς της το μόνο πράγμα που της είχε απομείνει: ένα καταφύγιο στη σιωπή της στέπας, εκεί όπου η τιμωρία της μοίρας θα παιζόταν μέχρι την τελευταία της πράξη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου