Κεφάλαιο 1: Η Γέννηση του Κακού
Από την πρώτη στιγμή το μίσησα αυτό το παιδί.
Οι νοσοκόμες στο μαιευτήριο, με εκείνα τα τυποποιημένα, επαγγελματικά χαμόγελα, μου έδιναν συχαρίκια —με το αζημίωτο φυσικά. Κρατούσαν το φασκιωμένο βρέφος στα χέρια τους και τόνιζαν με έναν σχεδόν ενοχλητικό θαυμασμό το πόσο πολύ μου μοιάζει. Αλήθεια ήταν. Πλησίασα την κούνια και ένιωσα τον παλμό μου να κόβεται. Μοιάζαμε σαν δυο σταγόνες νερό. Τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά, η ίδια γραμμή στα χείλη, το ίδιο σχήμα στα μάτια. Όμως, αντί για πατρική υπερηφάνεια, αυτό που με κατέκλυσε ήταν ένας πρωτόγονος, ανερμήνευτος τρόμος. Το είδωλο της δικής μου μορφής, εγκλωβισμένο σε ένα ξένο, νεογέννητο σώμα, με έκανε να το μισήσω από το πρώτο δευτερόλεπτο που το αντίκρισα.
Η αλήθεια είναι πως κι εκείνο με μίσησε. Όταν άνοιξε τα μάτια του, δεν είδα το θολό, αθώο βλέμμα ενός βρέφους, αλλά μια παγωμένη, συνειδητή εχθρότητα. Ίσως ένιωσε αμέσως την απέχθεια και την παγωμάρα που ανάδιδε το κορμί μου προς το μέρος του. Ή ίσως, μια σκοτεινή καρμική σχέση, γραμμένη με αόρατο μελάνι από το παρελθόν, επέβαλε αυτή την αμοιβαία αποστροφή.
Η γυναίκα μου, η Ελένη, προσπαθούσε μάταια να ισορροπήσει ανάμεσα στις συμπληγάδες των δικών μας ακραίων συναισθημάτων, όμως η δική της θέση ήταν η πιο τραγική. Δεν το αγαπούσε ούτε κι αυτή αυτό το παιδί, κι ας μην το ομολογούσε ανοιχτά. Ο λόγος δεν ήταν μόνο η εφιαλτική, γεμάτη επιπλοκές εγκυμοσύνη της που την είχε αφήσει σωματικά και ψυχικά ράκος. Υπήρχε κάτι βαθύτερο. Τις νύχτες, την έβλεπα να κάθεται πάνω από την κούνια του, κρατώντας την ανάσα της, με το πρόσωπό της χαμένο στη σκιά. Όταν το μωρό έκλαιγε, εκείνη μαρμαρώνε· δεν έτρεχε κοντά του με τη στοργή της μάνας, αλλά με την παγωμένη υποχρέωση ενός δεσμοφύλακα. «Κάτι δεν πάει καλά με τη ματιά του», μου ψιθύρισε ένα βράδυ με τρεμάμενη φωνή, σφίγγοντας τα χέρια της πάνω στο στήθος της. «Όταν το ταΐζω, νιώθω σαν να με κρίνει. Σαν να ξέρει μυστικά για μένα που εγώ η ίδια έχω ξεχάσει».
Κεφάλαιο 2: Η Φυλακή των Τεσσάρων Τοίχων
Μέσα σε αυτή την ηλεκτρισμένη σιωπή, τα χρόνια άρχισαν να κυλούν σαν λάσπη. Μέχρι τα τέσσερά του χρόνια, το κρατούσαμε ουσιαστικά φυλακισμένο μέσα στο σπίτι, μακριά από τα βλέμματα των γειτόνων και τις ερωτήσεις του κόσμου. Οι μόνες εξαιρέσεις στην απόλυτη απομόνωσή του ήταν οι αναγκαίες, τυπικές επισκέψεις στον παιδίατρο για τα εμβόλια.
Κάθε φορά που επιστρέφαμε από τέτοιες επισκέψεις, το μωρό έδειχνε ακόμα πιο αφύσικα άγριο. Κλεινόταν στη γωνία του δωματίου του, αρνούμενο να φάει, και μας παρακολουθούσε. Η Ελένη κατέρρεε μέρα με τη μέρα· ο φόβος της είχε γίνει πλέον χειροπιαστός. Άρχισε να κλειδώνει τις πόρτες των δωματίων τα βράδια, να αποφεύγει να μένει μόνη μαζί του στο ίδιο δωμάτιο, και τα μάτια της, γεμάτα μαύρους κύκλους από την αϋπνία, πρόδιδαν μια γυναίκα που ζούσε υπό καθεστώς διαρκούς απειλής μέσα στο ίδιο της το σπίτι. «Πρέπει να το βγάλουμε από εδώ μέσα», μου είπε μια μέρα με μια απελπισμένη αποφασιστικότητα, καθώς κοιτούσε τα χέρια της που έτρεμαν. «Αν μείνει άλλη μια χρονιά κλεισμένο μαζί μας, θα τρελαθώ. Νιώθω ότι μας ρουφάει τη ζωή».
Έτσι, πήραμε την απόφαση. Όταν έφτασε η ώρα να το πάμε για πρώτη φορά στο νηπιαγωγείο, τα πράγματα ξέφυγαν εντελώς. Στάθηκε στην είσοδο, έσυρε τα πόδια του με μια πρωτόγνωρη απροθυμία και ξαφνικά γύρισε προς το μέρος μας. Μας κοίταξε με ένα παγωμένο, γεμάτο περιφρόνηση βλέμμα και είπε με μια ωριμότητα που μας πάγωσε το αίμα:
«Αν βγω από αυτή την πόρτα, θα με χάσετε για πάντα!»
«Αν βγω από αυτή την πόρτα, θα με χάσετε για πάντα!»
Δεν θα μας στεναχωρούσε κάτι τέτοιο, το αντίθετο μάλιστα· θα ήταν μια λύτρωση. Όμως μια τέτοια απειλή από ένα τετράχρονο παιδί δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Και πραγματικά, τήρησε την υπόσχεσή του στο έπακρο. Μόλις δυο ώρες μετά, ένα τηλεφώνημα από την τρομαγμένη διευθύντρια του νηπιαγωγείου μάς ενημέρωνε πως το παιδί είχε χαθεί ξαφνικά από το προαύλιο, χωρίς κανείς να καταλάβει το πώς. Ψάξαμε παντού στην περιοχή, κυρίως για τα μάτια του κόσμου και για να μην δώσουμε δικαιώματα στις αρχές. Ενημερώσαμε την αστυνομία και απλά περιμέναμε τις εξελίξεις, κλείνοντας την πόρτα πίσω μας, νιώθοντας —για πρώτη φορά μετά από τέσσερα χρόνια— μια παράξενη, ένοχη ανακούφιση να πλημμυρίζει το σπίτι.
Κεφάλαιο 3: Ο Επισκέπτης από το Μέλλον
Γύρω στις εφτά το απόγευμα, ο απότομος, βαρύς ήχος του κουδουνιού της εξώπορτας έσπασε τη σιωπή. Άνοιξα γεμάτος εκνευρισμό, περιμένοντας να δω κάποιον αστυνομικό. Αντίθετα, ένας άγνωστος άντρας στεκόταν στο κατώφλι. Θα ήταν πάνω κάτω τριάντα χρονών, με κουρασμένα, βαθιά χαραγμένα χαρακτηριστικά.
«Θέλετε κάτι;», ρώτησα με απορία και καχύποψία.
«Τη ζωή μου πίσω!», αποκρίθηκε με έναν τόνο βαθιάς, ασήκωτης πίκρας στη φωνή του. «Σας είπα να μη με στείλετε στο νηπιαγωγείο! Όσο με κρατούσατε κρυμμένο στο σπίτι, οι δυνάμεις που με εξουσιάζουν δεν είχαν τη δύναμη να μου κάνουν κακό. Τώρα όμως απελευθερώθηκαν και τίποτα δεν μπορεί να τις σταματήσει!»
Έμεινα να τον κοιτάζω άφωνος, νιώθοντας το στομάχι μου να σφίγγεται από ένα ξαφνικό, παγωμένο ρεύμα.
«Όσο κι αν δεν το πιστεύετε, εγώ είμαι εσύ!», συνέχισε με φωνή που έτρεμε από οργή, βήχοντας ελαφρά. «Και κάθε ώρα που περνάει από εδώ και πέρα, θα λογαριάζεται σαν χρόνος στις πλάτες σας, όπως και στις δικές μου! Κι αυτό γιατί τολμήσατε να προσπαθήσετε να αλλάξετε το πεπρωμένο. Γιατί έκανες σχέση με την αδελφή σου, σε προηγούμενη ζωή. Αν και δεν το γνώριζες τότε, το σύμπαν δεν ξεχνά. Τέτοια λάθη δεν μένουν ατιμώρητα!»
Μάζεψε ανάσα, με κοίταξε βαθιά στα μάτια, και άφησε το τελεσίγραφο να πέσει σαν τσεκούρι:
«Έχεις λοιπών δυο επιλογές. Ή σκοτώνεις τη γυναίκα σου και αυτοκτονείς για να σπάσει ο κύκλος του αίματος, ή θα καταρρέεις μέρα με τη μέρα. Ώσπου σε ένα μήνα από τώρα, θα είσαι ένας γέρος 100 χρονών, που θα παρακαλάει γονατιστός τον θάνατο να έρθει να τον λυτρώσει!»
«Έχεις λοιπών δυο επιλογές. Ή σκοτώνεις τη γυναίκα σου και αυτοκτονείς για να σπάσει ο κύκλος του αίματος, ή θα καταρρέεις μέρα με τη μέρα. Ώσπου σε ένα μήνα από τώρα, θα είσαι ένας γέρος 100 χρονών, που θα παρακαλάει γονατιστός τον θάνατο να έρθει να τον λυτρώσει!»
Κεφάλαιο 4: Η Αντίστροφη Μέτρηση
«Αυτά που λες είναι μαλακίες!», ούρλιαξα με όση δύναμη είχε απομείνει στους πνεύμονές μου, προσπαθώντας να ξορκίσω τον τρόμο που ανέβαινε από το πάτωμα. «Δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα! Είσαι τρελός, φύγε από το σπίτι μου!»
Όσο όμως κι αν η λογική μου προσπαθούσε απεγνωσμένα να γραπωθεί από τις ορθολογικές σκέψεις, η πραγματικότητα μπροστά στα μάτια μου με διέψευδε με τον πιο φρικιαστικό τρόπο.
Μέσα σε δευτερόλεπτα, τα μαύρα μαλλιά του άντρα απέναντί μου άρχισαν να γκρίζαραν, χάνοντας τη λάμψη τους, και το δέρμα του άρχισε να σπάει σε βαθιές, γεροντικές ρυτίδες. Το σώμα του μαζεύτηκε ελαφρώς. Έδειχνε ήδη είκοσι χρόνια μεγαλύτερος από ό,τι πριν από μια στιγμή.
Τρομαγμένος, έριξα μια φευγαλέα, έντρομη ματιά στον μεγάλο καθρέφτη της εισόδου. Το δικό μου πρόσωπο είχε αρχίσει ήδη να χάνει τη νεότητά του. Τα μάτια μου είχαν βουλιάξει στις κόγχες τους, το δέρμα γύρω από το σαγόνι μου χαλάρωσε και οι πρώτες κάτασπρες τρίχες φάνηκαν καθαρά στους κροτάφους μου.
Πίσω μου, άκουσα το τρομαγμένο ουρλιαχτό της Ελένης που είχε βγει στο διάδρομο και κοίταζε τα δικά της χέρια να γεμίζουν με κηλίδες γήρατος. Ο χρόνος είχε αρχίσει να τρέχει σαν τρελό, ορμητικό ποτάμι, μετρώντας αντίστροφα για όλους μας.
Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου