Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2010

Και συ τέκνον Τζόρνταν;(6-10)

Απ’ αυτόν γνώρισε και τη Δήμητρα. Απόφοιτη του τμήματος πολιτικών μηχανικών του Μετσόβειου, τότε που ταλαντευόταν ανάμεσα στο να βγει στην ελεύθερη αγορά ή να χρησιμοποιήσει τα «κονέ» της για μια θέση στο δημόσιο!. Μόνη στην Αθήνα και πρόσφατα χωρισμένη από ένα μακροχρόνιο δεσμό!
Ευάλωτη όπως ήταν, δεν άργησε να υποκύψει στη γοητεία του!


Άναψε τσιγάρο. Μπούκωσε κι άρχισε να βήχει σα γάιδαρος!
-Παράτα το ρε, θα πνιγείς γαμώτο, αγρίεψε ο Τάσος! Πιες λίγο καφέ πρώτα!
Τράβηξε μια γερή γουλιά. Σκατά, ούτε που κατάλαβε τι πίνει!
-Πάνε στον Άρη, αλλά το κρυολόγημα δεν βρήκαν τον τρόπο να το θεραπεύσουν οι καραγκιόζηδες!
-Για να έχεις όρεξη για καλαμπουράκια, θα πει πως είσαι καλύτερα, έκανε τη διαπίστωση ο Τάσος.
-Δεν έχω παράπονο, αν εξαιρέσεις το βήχα, το φτάρνισμα και ένα κεφάλι καζάνι, κατά τα άλλα μια χαρά!
Ο Τάσος ήπιε την τελευταία γουλιά του καφέ και σηκώθηκε, όταν κτύπησε το κινητό του Τζόρνταν.
-Κάνε μου τη χάρη να το φέρεις, είμαι πτώμα!
Ο Τάσος μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και του το’φερε.
Η Δήμητρα ήταν.
-Που είσαι παιδί μου, φώναξε ανακουφισμένη, δέκα τηλέφωνα σε έχω πάρει απ’ το πρωί! Και τα παιδιά άλλα τόσα!
-Δεν χτύπησε, απολογήθηκε, ή τουλάχιστον δεν το άκουσα!
-Με δουλεύεις Τζόρνταν! Αφού την τελευταία φορά το σήκωσες αλλά δε μίλησες!
Κάτι ψέλλισε αυτός, αλλά καταλάβαινε κι ο ίδιος πως δεν ήταν δυνατό να είναι πειστικός!
-Πάρε τα παιδιά να μην ανησυχούν, είπε η Δήμητρα και έκλεισε το τηλέφωνο.
Ο Τζόρνταν κοίταξε τις κλήσεις του.
Είχε δεκατρείς αναπάντητες και μια εισερχόμενη πριν 25 λεπτά!
«Δεν πάω καλά», συλλογίστηκε, «καλά να μην ακούσω να χτυπάει, αλλά να απαντήσω και να μην το θυμάμαι»!
Ο Τάσος έκανε να φύγει.
-Λοιπόν καλά είσαι, οπότε την κάνω εγώ. Πρέπει να πάω στο υποθηκοφυλακείο για να βρω ένα συμβόλαιο. Χωρίς κέρδος κέρατα δηλαδή, για ένα φίλο πρόκειται που του έχω υποχρέωση!
-Ρε συ, αν προλάβεις πάρε να μου πληρώσεις τη ΔΕΗ, λήγει σήμερα και θα τρέχω μετά!
-Χέσε με! Τέλος πάντων, που είναι;
-Για δες, πάνω στο γραφείο μου, μου είπε η Δήμητρα.
Ο Τάσος πήγε και γύρισε κρατώντας το λογαριασμό, με ένα ύφος αγριεμένο!
-Πλάκα μου κάνεις ρε! Αφού τον πλήρωσες το πρωί!
Του τον άρπαξε απ’ τα χέρια! Πραγματικά, πάνω του υπήρχε καρφιτσωμένη η απόδειξη του ταχυδρομείου!
« Ταχ. Γραφείο τάδε, 2 Αυγούστου, ώρα 9, 32»!
Τα χέρια του έτρεμαν, και το μυαλό του για πρώτη φορά ίσως στη ζωή του, δεν μπορούσε να βρει άκρη!
-Ρε Τάσο, υπάρχει περίπτωση να σηκώθηκα στο χάλι μου, να πλήρωσα το λογαριασμό και να μην το θυμάμαι;
-Ξέρω γω τι σκατά κάνεις! Εσύ άμα αρρωσταίνεις γίνεσαι ανυπόφορος!
Άνοιξε την πόρτα και βγήκε μουρμουρίζοντας ακόμα!


Πήρε πάλι στα χέρια του τον πληρωμένο λογαριασμό. Ώρα, ημερομηνία. Όλα όπως πριν.
«Ρε μπας και πήγα τελικά»; Αναρωτήθηκε! «Κι αν δεν πήγα, τότε ποιος»;
«Πολλά περίεργα συμβαίνουν από χτες»!
Η Ώρα κόντευε δώδεκα πια, κι αποφάσισε να μιλήσει με τα παιδιά.
Δεν είχε διάθεση να μιλήσει με τη μάνα του, κι έτσι κάλεσε τη Ρηνούλα στο κινητό.
-Έλα μπαμπά μου, άκουσε τη φωνούλα της, είσαι καλά, ανησυχήσαμε!
-Καλύτερα μωρό μου. Το είχα στο σαλόνι και δεν το άκουγα, δικαιολογήθηκε ψέματα.
-Η μαμά είπε να μην έρθουμε σπίτι ούτε σήμερα, για να μην κολλήσουμε!
Όμως αύριο φεύγουμε για

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

Και συ τέκνον Τζόρνταν;(1-5)


Οι τελευταίες σταγόνες της ξαφνικής καλοκαιριάτικης μπόρας, θύμιζαν έντονα τους στερνούς σπασμούς, μιάς βίαιης εκσπερμάτωσης. Ήρεμες, γαλήνιες, χαλαρωτικές, μα και μ’ αυτή  την αίσθηση κενού, που πάντα ακολουθεί το τέλος του οργασμού!

«Το πιο άχρηστο πράγμα στο κόσμο είναι η ομπρέλα», σκέφτηκε ο Τζόρνταν, « ποτέ δεν την έχεις όταν τη χρειάζεσαι, κι όταν την κουβαλάς σα μαλάκας, ποτέ δε βρέχει»!
Τζόρνταν, Ιορδάνης δηλαδή. Το Τζόρνταν του το κόλλησαν στο γυμνάσιο στην Κοκκινιά, και του’μεινε από τότε.
Ιορδάνης, του παππού το όνομα απ’ τη Σμύρνη, που ο ξεριζωμός του’22 τον έβγαλε στην Τήνο, δεκαεφτάχρονο παλικάρι.
Εκεί γνώρισε τη  γιαγιά, όμορφη κοπέλα όπως έδειχναν οι παλιές κιτρινισμένες φωτογραφίες. Άργησαν να παντρευτούν. Δύσκολες εποχές! Με τα πολλά παντρεύτηκαν το ’33, στην Αθήνα πια.
Λεβεντάνθρωπος ο παππούς, μέχρι τα εβδομηνταδυό του που εγκατέλειψε το μάταιο τούτο κόσμο.
Μόνο που το γαμημένο το ζάχαρο, του είχε σακατέψει μάτια και μυαλά!
Μισότυφλο και μισότρελο τον γνώρισε ο Τζόρνταν.
Με εκείνη τη χαρακτηριστική ερώτηση, που έκανε πάντα όταν σε πρωτόβλεπε: « Και συ, απ’ τα δικά μας τα μέρη, ε»;
Τα δικά μας τα μέρη! Η Σμύρνη, τ’ Αϊβαλί! Περασμένα μεγαλεία!
Εκεί που οι κυράδες, έκαναν μπάνιο μεσ’ το γάλα, όπως ισχυρίζονταν ο παππούς, περιγράφοντας τη Σμύρνη, σαν τη γη της επαγγελίας!

- Κορυδαλλό;, ρώτησε τον ταξιτζή, που σταμάτησε μπροστά του.
-Βολεύει, τ’ απάντησε αυτός, οι κύριοι πάνε Προφήτη Ηλία.
«Την τύχη μου!», μουρμούρισε μέσ’ απ’ τα δόντια του, «ανέβα κατέβα το βουνό!».
Ο ουρανός όμως, φόρτωνε επικίνδυνα, και δεν είχε καμία όρεξη για άλλη ψυχρολουσία!
Μπήκε , κάθισε στη θέση του συνοδηγού, και χαιρέτησε ευγενικά τους συνεπιβάτες του.
Έβγαλε απ’ την τσέπη το κινητό.
Μία αναπάντητη κλήση. «Τι διάολο, πως δεν το άκουσα», αναρωτήθηκε.
«Πεθερούλα», έδειξε η οθόνη!
Γιορτή δεν ήταν, κι η γριά μόνο για καλό δεν θά’παιρνε!
Υπήρχε μια αμοιβαία αντιπάθεια μεταξύ τους. Έτσι απλά, χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Θέμα χημείας!
Πάτησε το κουμπί, και την κάλεσε.
-Ναι!, ακούστηκε απ’ την άλλη άκρη η τσιριχτή της φωνή.
-Έλα μάνα!, πήρε το γλυκό του ο Τζόρνταν. Μόλις είδα την κλήση σου! Δεν το άκουσα να χτυπάει. Συμβαίνει κάτι;
-Καλά είμαστε, δόξα τω Θεώ! Έτσι πήρα, να δω τι κάνετε, και να σου πω για το μνημόσυνο του Κωσταντή!.
Στο μυαλό του Τζόρνταν άρχισαν να περιστρέφονται, χιλιάδες δικαιολογίες, για να διαλέξει την πιο πειστική.
Το είχε αυτό το Ναπολεόντειο χάρισμα! Την ικανότητα δηλαδή, να επεξεργάζεται πολλές πληροφορίες ταυτόχρονα.
-Την Κυριακή είναι, συνέχισε η γριά, στ’ Απεράθου. Θα κατέβετε;.
-Νά’ ξερες πόσο θα τό’ θελα, ψέλλισε, ξέρεις δα πόσο τον αγαπούσα τον Κωσταντή! Όμως δύσκολο το βλέπω! Είδα και τη μικρή ζαβλακωμένη το πρωί! Θα την τριγυρίζει πάλι καμιά ωτίτιδα! Χώρια που έχω και κάτι ραντεβού το Σάββατο για δουλειά!
Έκανε μια μικρή παύση, για να μετρήσει την αντίδρασή της.
-Εσείς ξέρετε, τ’ απάντησε κοφτά, κανονικά θα έπρεπε να’ ρθείτε!.
«Ας μην έρθει κι αυτός στο δικό μου», μονολόγησε από μέσα του!
-Θα δούμε μάνα πώς θα πάει η μικρή, αν μπορεί κι η Δήμητρα! Θα δούμε!.
-Τέλος πάντων, σκεφτείτε το, διέταξε!
-Εντάξει μάνα, Καλό βράδυ, και χαιρετίσματα στον πατέρα!
-Καλό βράδυ! Να μου φιλήσεις τα παιδιά!
 Έκλεισε τη γραμμή και έβαλε το κινητό στην τσέπη. «Χέσε μας Ειρήνη», μουρμούρισε, «δεκαπέντε ώρες ταξίδι, πήγαιν’έλα στη Νάξο, για ένα μνημόσυνο»!
Τα μνημόσυνα ήταν για την πεθερά του, κάτι σαν τους γάμους και τις βαφτίσεις. Καλύτερα ίσως! Έψαχνε όλη τη βδομάδα τις κολώνες και τις εκκλησιές του νησιού, πού είχε μνημόσυνο το Σαββατοκύριακο! Κι αν δεν είχε κανένα, πράγμα σπάνιο βέβαια, έπεφτε σε κατάθλιψη! 
Η βροχή έξω ξανάρχισε να δυναμώνει. Κοίταξε απ’ το παράθυρο τους ταλαίπωρους που προσπαθούσαν να προφυλαχτούν όπως όπως.

Η κοπέλα απ’ την τεράστια αφίσα, που διαφήμιζε προκλητικά εσώρουχα, σαν να του φάνηκε πως του έκλεισε το μάτι πονηρά!
«Ρε πούστη μου», ψιθύρισε τόσο σιγανά που παραξενεύτηκε πώς τον άκουσε ο ταξιτζής. «Υπάρχουν και στην πραγματική ζωή τέτοιες γυναίκες;».
-Υπάρχουν, υπάρχουν! Απάντησε ο ταξιτζής. Υπάρχουν για να μας κολάζουν!
«Ωχ! Σε θεούσο πέσαμε!», σκέφτηκε ο Τζόρνταν.
- Κι αυτοί οι αλήτες στην τηλεόραση, συνέχισε εκείνος, όλο μας τσιγκλάνε τα κατώτερα ένστικτα! Είναι σωματική ανάγκη, μας λένε, δεν μπορείς χωρίς σεξ! Το ξέρουμε ρε! Και το φαΐ είναι, και το κατούρημα! Δεν μας λέτε όμως, «πρέπει να φάτε ή να κατουρήσετε»!
Οι καλοντυμένοι μεσήλικες συνεπιβάτες, έδειξαν να συμφωνούν.
-Σημεία παρακμής, αποφάνθηκε ο μεγαλύτερος. Στην εποχή μας, και το γόνατο ακόμα της γυναίκας, δύσκολα το βλέπαμε!
Ο Τζόρνταν γύρισε και τον κοίταξε. Δεν του φάνηκε πάνω από εξήντα.
«Τι διάολο, στην Ιορδανία ζούσε;», σκέφτηκε. «Οι γυναίκες στην Ευρώπη, τα έχουν πετάξει όλα έξω, απ’ τη δεκαετία του 60»!
Έκλεισε τα μάτια και σταμάτησε να παρακολουθεί την ανιαρή συζήτηση.
Η κοπέλα της αφίσας, ξανάρθε ολοζώντανη, πίσω απ’ τα κλειστά του βλέφαρα. Άρχισε να φαντασιώνεται πρωτόγνωρα ερωτικά παιχνίδια μαζί της, και ένοιωσε να ερεθίζεται έντονα!
Ξανάνοιξε τα μάτια τρομαγμένος.
«Αυτό μας έλειπε, σκέφτηκε, να γίνουμε ρόμπα μπροστά τους!».
Μετακινήθηκε λίγο για να κρύψει τον ερεθισμό του. Με μια γρήγορη κίνηση, σήκωσε το χαρτοφύλακα στα γόνατα του, προσποιούμενος πως ψάχνει τα έγγραφά του. Ένα μεγάλο μέρος του προβλήματος είχε λυθεί. Όχι όμως το μεγαλύτερο! Η ερωτική διάθεση, εξακολουθούσε απτόητη να πιέζει το παντελόνι του!
Προσπάθησε να το βγάλει απ’ το μυαλό του, ανακατεύοντας τα χαρτιά του. Αιτήσεις, συμβόλαια.
«Ασφαλιστικός σύμβουλος», ο βαρύγδουπος τίτλος που έγραφε η κάρτα του. Ένας απλός πλασιέ ελπίδων στην πραγματικότητα, που έτρεχε όλη τη μέρα με τη γλώσσα έξω σαν το σκυλί, για να πείσει κανένα φουκαρά, να επενδύσει στα γεράματά του, που πιθανόν δεν θα ερχόντουσαν ποτέ!
Έριξε μια ματιά στις σημειώσεις του. Ευτυχώς δεν είχε κάποιο ραντεβού για το απόγευμα. Βαριόταν αφόρητα.
Το ραδιόφωνο στο ταξί έπαιζε ένα από εκείνα τα χύμα τραγούδια, που δεν ξεχωρίζεις το ένα απ’ τ’ άλλο!
«Α, ρε Στελλάρα», αναπόλησε, «που είσαι να δεις τι μαλακίες ακούμε σήμερα»!
Είχε ένα περίεργο κόλλημα με τον Καζαντζίδη. Ούτε μετανάστης υπήρξε, ούτε Πόντιος είναι, όμως τα τραγούδια του Στέλιου τον τρελαίνουν!
Ακόμα κι εκείνα τα κλαψιάρικα και αφελή, που ούτε ο ίδιος δεν θα ήθελε να ακούσει!
Εντάξει, καλός κι ο Μπιθικώτσης, αλλά ρε παιδί μου «Αστυνομία πόλεων», όπως είχε πει κι ο ίδιος! Ενώ ο Στελλάρας, «Χωροφυλακή»! Τους ταπεινούς και καταφρονεμένους αγκάλιαζε, με τη θεϊκή του φωνή!

Τώρα, ταπεινός και καταφρονεμένος, ο Τζόρνταν, δε μπορείς να πεις πως αισθάνονταν, αλλά απ’ την άλλη, δεν θα τον έλεγες και «γκόλντεν μπόυ»!
Πάντως είχε μια στρωμένη ζωή, χωρίς πολλά σκαμπανεβάσματα.
Κι η γυναίκα του καλή δουλειά είχε. Ανώτερη υπάλληλος στην Πολεοδομία. Από εκείνους τους υπάλληλους που τους δείχνουν με το δάχτυλο. Ή και με τα πέντε, ενίοτε!
Ευσυνείδητη έλεγε, μαλακισμένη, την αποκαλούσε αυτός!
Να δουλεύεις, σε μια απ’ τις πιο διεφθαρμένες υπηρεσίες του δημόσιου, και να πηγαίνεις με το σταυρό στο χέρι, δε λέει!
Όλοι ή σχεδόν όλοι οι συνάδελφοί της, ήταν φτιαγμένοι για τα καλά. Τζιπάρες, εξοχικά, ταξίδια. Χέσ’τα! 

Έβγαλε πάλι το κινητό κι αναζήτησε τον αριθμό της γυναίκας του.