Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

ΑΝΟΙΚΤΕΣ ΠΛΗΓΕΣ 5

4 ΜΕΡΟΣ

Ήπιε το κέρασμα μονορούφι. Δρόσεψε το κορμί της που έκαιγε από τον πυρετό. 
 “Λοιπόν γιαγιά, τι νέα”; 
 “Όπως τα ξέρεις καλή μου. Πορεύομαι και πάω. Δεν έχω παράπονο! Εσείς τι κάνετε; Η μαμά”; “Καλά είναι”. 
 “Την έχασα¨, παραπονέθηκε, “έχω να τη δω δυο βδομάδες τώρα. Στην εκκλησιά ανταμωθήκαμε τελευταία φορά”. 
 “Μην την παρεξηγείς”, τη

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Ανοικτές πληγές 4

Τρίτο μέρος

 “Το ξέρω. Χτες το απόγευμα πήγα. Ένα κουρέλι απόμεινε η κακομοίρα”!                                        Κάτι πρέπει να κάνουμε ξαδέρφη, Τούτες τις στερνές ώρες να μη μένει μονάχη”.                                 “Έχεις δίκιο Μανόλη, μα ποιος να συντρέξει; Άντε μιαν ώρα να πας, δύο, ύστερα”;                             “Αυτό θέλω να σου πω. Εσείς γυναίκες είσαστε, όλα από τα χέρια σας περνάνε, δεν έχετε χρόνο. Εμείς πάλι άχρηστοι μέσα στο σπίτι! Τι να προσφέρουμε στην έρημη; Γιαυτό κάτι σκέφτηκα,

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

ΑΝΟΙΚΤΕΣ ΠΛΗΓΕΣ 3

ΑΝΟΙΚΤΕΣ ΠΛΗΓΕΣ 2
Ο Λουκάς τους έφερε τους καφέδες και κάθισε κοντά τους.
“Κάτι πρέπει να κάνω παιδιά”, τους είπε και τα μάτια του πέταξαν σπίθες,”δεν μπορώ να την αφήσω να λιώνει έτσι , σαν το αγιοκέρι! Θα τα πουλήσω όλα, χωράφια, κτηνά, το μαγαζί, όλα! Θα την πάω στην Αθήνα, στην Αγγλία, στην Αμερική! Δεν μπορώ να την βλέπω έτσι”!                
 “Έχεις δίκιο Λουκά”, μίλησε μετά από αρκετή ώρα ο Μανόλης, “γυναίκα σου είναι και την πονάς.   Μα το ξέρεις δα, ο ξορκισμένος έχει προχωρήσει πολύ και δεν έχει γιατριά πια! Κάνε κουράγιο, που ξέρεις πάλι,

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΥΒΕΡΝΟΨΥΧΕΣ

                                           
Τέτοιο γαμημένο πονοκέφαλο, είχε χρόνια να νιώσει!
Σαν χιλιάδες σφυριά να χτυπούσαν τα μηνίγγια του, και ήταν ολόκληρος μουσκεμένος, λες και μόλις βγήκε απ΄το μπάνιο.
Τι στο διάολο συνέβηκε την περασμένη νύχτα;
Και τι ώρα ήταν αλήθεια;
Κοίταξε το κινητό του.3 το μεσημέρι, Χρόνια είχε να ξυπνήσει τέτοια ώρα!
Προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά τίποτα απ΄το σώμα του δεν υπάκουε.
Τελικά μπόρεσε να ανακαθίσει στο κρεβάτι.

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

ΑΝΟΙΚΤΕΣ ΠΛΗΓΕΣ 2

Πρώτο μέρος

Κοίταξε με συμπόνοια τη μάνα. Ούτε σαράντα χρονών κι έμοιαζε τουλάχιστον για εξήντα. Τα δεκαπέντε χρόνια δίπλα στον τύραννο, βάραιναν στους ώμους της, τουλάχιστον διπλάσια. Εξακολουθούσε όμως να είναι όμορφη παρ΄όλα αυτά! Άπλωσε το χέρι και της χάιδεψε το μάγουλο. Εκείνη χαμογέλασε γλυκά.
-Είσαι καλύτερα σήμερα μωρό μου; τη ρώτησε. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Δεν ήθελε να τις φορτώσει κι άλλες στενοχώριες.
 -Μόνο κάνε γρήγορα, μην σ΄αποπάρει πάλι, ο καταραμένος! Μα σαν συλλογίστηκε πως

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

Ανοικτές πληγές 1

Μια αχτίδα του πρωινού ήλιου μπήκε κρυφά από μια γρίλια του παράθυρου και την χτύπησε ίσια στα μάτια.
Τραβήχτηκε ενοχλημένη για να την αποφύγει, μα ήταν μάταιο. Είχε ήδη ξυπνήσει.
Ένιωσε το κεφάλι της βαρύ. Είχε την αίσθηση πως ήταν καρφωμένη στο κρεβάτι.
Άνοιξε με κόπο τα μάτια της, μα τα ξανάκλεισε αμέσως, κάνοντας ένα μορφασμό πόνου
Έφερε την παλάμη στο μέτωπο, της φάνηκε πως είχε πυρετό.
Από το διπλανό δωμάτιο άκουσε την τραχιά φωνή του πατέρα. Θα πρέπει να είχε μόλις

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2010

Και συ τέκνον Τζόρνταν;(6-10)

Απ’ αυτόν γνώρισε και τη Δήμητρα. Απόφοιτη του τμήματος πολιτικών μηχανικών του Μετσόβειου, τότε που ταλαντευόταν ανάμεσα στο να βγει στην ελεύθερη αγορά ή να χρησιμοποιήσει τα «κονέ» της για μια θέση στο δημόσιο!. Μόνη στην Αθήνα και πρόσφατα χωρισμένη από ένα μακροχρόνιο δεσμό!
Ευάλωτη όπως ήταν, δεν άργησε να υποκύψει στη γοητεία του!


Άναψε τσιγάρο. Μπούκωσε κι άρχισε να βήχει σα γάιδαρος!
-Παράτα το ρε, θα πνιγείς γαμώτο, αγρίεψε ο Τάσος! Πιες λίγο καφέ πρώτα!
Τράβηξε μια γερή γουλιά. Σκατά, ούτε που κατάλαβε τι πίνει!
-Πάνε στον Άρη, αλλά το κρυολόγημα δεν βρήκαν τον τρόπο να το θεραπεύσουν οι καραγκιόζηδες!
-Για να έχεις όρεξη για καλαμπουράκια, θα πει πως είσαι καλύτερα, έκανε τη διαπίστωση ο Τάσος.
-Δεν έχω παράπονο, αν εξαιρέσεις το βήχα, το φτάρνισμα και ένα κεφάλι καζάνι, κατά τα άλλα μια χαρά!
Ο Τάσος ήπιε την τελευταία γουλιά του καφέ και σηκώθηκε, όταν κτύπησε το κινητό του Τζόρνταν.
-Κάνε μου τη χάρη να το φέρεις, είμαι πτώμα!
Ο Τάσος μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και του το’φερε.
Η Δήμητρα ήταν.
-Που είσαι παιδί μου, φώναξε ανακουφισμένη, δέκα τηλέφωνα σε έχω πάρει απ’ το πρωί! Και τα παιδιά άλλα τόσα!
-Δεν χτύπησε, απολογήθηκε, ή τουλάχιστον δεν το άκουσα!
-Με δουλεύεις Τζόρνταν! Αφού την τελευταία φορά το σήκωσες αλλά δε μίλησες!
Κάτι ψέλλισε αυτός, αλλά καταλάβαινε κι ο ίδιος πως δεν ήταν δυνατό να είναι πειστικός!
-Πάρε τα παιδιά να μην ανησυχούν, είπε η Δήμητρα και έκλεισε το τηλέφωνο.
Ο Τζόρνταν κοίταξε τις κλήσεις του.
Είχε δεκατρείς αναπάντητες και μια εισερχόμενη πριν 25 λεπτά!
«Δεν πάω καλά», συλλογίστηκε, «καλά να μην ακούσω να χτυπάει, αλλά να απαντήσω και να μην το θυμάμαι»!
Ο Τάσος έκανε να φύγει.
-Λοιπόν καλά είσαι, οπότε την κάνω εγώ. Πρέπει να πάω στο υποθηκοφυλακείο για να βρω ένα συμβόλαιο. Χωρίς κέρδος κέρατα δηλαδή, για ένα φίλο πρόκειται που του έχω υποχρέωση!
-Ρε συ, αν προλάβεις πάρε να μου πληρώσεις τη ΔΕΗ, λήγει σήμερα και θα τρέχω μετά!
-Χέσε με! Τέλος πάντων, που είναι;
-Για δες, πάνω στο γραφείο μου, μου είπε η Δήμητρα.
Ο Τάσος πήγε και γύρισε κρατώντας το λογαριασμό, με ένα ύφος αγριεμένο!
-Πλάκα μου κάνεις ρε! Αφού τον πλήρωσες το πρωί!
Του τον άρπαξε απ’ τα χέρια! Πραγματικά, πάνω του υπήρχε καρφιτσωμένη η απόδειξη του ταχυδρομείου!
« Ταχ. Γραφείο τάδε, 2 Αυγούστου, ώρα 9, 32»!
Τα χέρια του έτρεμαν, και το μυαλό του για πρώτη φορά ίσως στη ζωή του, δεν μπορούσε να βρει άκρη!
-Ρε Τάσο, υπάρχει περίπτωση να σηκώθηκα στο χάλι μου, να πλήρωσα το λογαριασμό και να μην το θυμάμαι;
-Ξέρω γω τι σκατά κάνεις! Εσύ άμα αρρωσταίνεις γίνεσαι ανυπόφορος!
Άνοιξε την πόρτα και βγήκε μουρμουρίζοντας ακόμα!


Πήρε πάλι στα χέρια του τον πληρωμένο λογαριασμό. Ώρα, ημερομηνία. Όλα όπως πριν.
«Ρε μπας και πήγα τελικά»; Αναρωτήθηκε! «Κι αν δεν πήγα, τότε ποιος»;
«Πολλά περίεργα συμβαίνουν από χτες»!
Η Ώρα κόντευε δώδεκα πια, κι αποφάσισε να μιλήσει με τα παιδιά.
Δεν είχε διάθεση να μιλήσει με τη μάνα του, κι έτσι κάλεσε τη Ρηνούλα στο κινητό.
-Έλα μπαμπά μου, άκουσε τη φωνούλα της, είσαι καλά, ανησυχήσαμε!
-Καλύτερα μωρό μου. Το είχα στο σαλόνι και δεν το άκουγα, δικαιολογήθηκε ψέματα.
-Η μαμά είπε να μην έρθουμε σπίτι ούτε σήμερα, για να μην κολλήσουμε!
Όμως αύριο φεύγουμε για