Το Φαράγγι της Κόκκινης Πέτρας: Ένα Καθηλωτικό Αστυνομικό Διήγημα

Μια πορτοκαλί σκηνή ελεύθερου κάμπινγκ στημένη στο χώμα μέσα σε ένα πυκνό και ομιχλώδες δάσος.

Το σκοτάδι στο φαράγγι της Κόκκινης Πέτρας δεν έπεφτε απλώς· πλάκωνε. Χρειάστηκαν τέσσερις ώρες πεζοπορίας σε ένα δύσβατο, ξερό μονοπάτι, γεμάτο κοφτερές πέτρες και γκρεμούς, για να φτάσουν οι τρεις τους σε εκείνο το μικρό ξέφωτο. Ήταν μια τοποθεσία απομονωμένη, χιλιόμετρα μακριά από το τελευταίο χωριό της ορεινής Ευρυτανίας, εκεί όπου τα κινητά έχαναν το σήμα τους ήδη από την πρώτη ώρα της διαδρομής.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ο Μάνος, ο Άλκης και η Νεφέλη ήταν φίλοι από το πανεπιστήμιο. Το ελεύθερο κάμπινγκ ήταν η ετήσια ιεροτελεστία τους. Μόνο που φέτος, η ατμόσφαιρα γύρω από τη φωτιά ήταν διαφορετική. Το γέλιο της Νεφέλης έβγαινε νευρικό, ο Μάνος έλεγχε συνεχώς τους ιμάντες του σακιδίου του και ο Άλκης κοίταζε το δάσος σαν να περίμενε κάτι να βγει μέσα από τις φυλλωσιές.
«Είστε σίγουροι ότι δεν μας είδε κανείς στο καφενείο του χωριού;» ρώτησε ο Άλκης, σπάζοντας ένα ξερό κλαδί στα χέρια του και πετώντας το με δύναμη στις φλόγες. «Ο τύπος πίσω από τον πάγκο μας κοίταζε περίεργα όταν ζητήσαμε τον χάρτη της περιοχής».
«Σταμάτα να παρανοείς, Άλκη», απάντησε κοφτά ο Μάνος, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από τη φωτιά. «Έχουν περάσει δύο ολόκληρα χρόνια. Αν ήταν να βρεθεί κάτι, θα είχε βρεθεί τότε. Εδώ πάνω είμαστε απόλυτα ασφαλείς. Κανένας δεν ξέρει αυτό το ξέφωτο εκτός από εμάς».
«Και τον Νέστορα», συμπλήρωσε ψιθυριστά η Νεφέλη, τραβώντας τη ζακέτα της πιο σφιχτά γύρω από τους ώμους της.
Η αναφορά του ονόματος έκανε τους άλλους δύο να παγώσουν. Κανείς δεν ήθελε να ανοίξει αυτή την κουβέντα, αλλά η σκιά της νύχτας εκείνης στην αποθήκη της παλιάς ναυτιλιακής εταιρείας στον Πειραιά ήταν ακόμα ζωντανή.
«Ο Νέστορας είναι κλεισμένος στον Κορυδαλλό και έχει ακόμα τρία χρόνια μπροστά του», είπε ο Μάνος, και η φωνή του είχε μια σκληρότητα που προσπαθούσε να κρύψει τον δικό του φόβο. «Αυτός διάλεξε να μείνει πίσω. Αυτός πανικοβλήθηκε όταν ο γέρος ο φύλακας άνοιξε τα μάτια του και άρχισε να φωνάζει».
«Δεν πανικοβλήθηκε ο Νέστορας, Μάνο! Εσύ τον άφησες!» πετάχτηκε ο Άλκης, υψώνοντας τον τόνο της φωνής του. «Όταν ο φύλακας έπεσε στο πάτωμα και το κεφάλι του χτύπησε στη γωνία του γραφείου, ο Νέστορας έμεινε εκεί για να του κάνει τεχνητή αναπνοή. Εμείς τρέχαμε προς το αυτοκίνητο. Εσύ κρατούσες την τσάντα με τα δύο εκατομμύρια σε ομόλογα και ούρλιαζες να ξεκινήσω τη μηχανή!»
«Και τι ήθελες να κάνουμε;» τον διέκοψε η Νεφέλη με δάκρυα στα μάτια. «Να κάτσουμε να μας πιάσουν όλους; Ο Νέστορας ήταν ο τσιλιαδόρος. Ήξερε το ρίσκο. Μας υποσχέθηκε ότι δεν θα μιλήσει αν τον πιάσουν, και το τήρησε. Του στείλαμε δικηγόρο, κάναμε ό,τι μπορούσαμε».
«Ναι, του στείλαμε έναν δικηγόρο της σειράς για να σιγουρευτούμε ότι θα φάει την ποινή μόνος του», γέλασε ειρωνικά ο Άλκης. «Και κρατήσαμε τα ομόλογα ραμμένα στη φόδρα του σακιδίου σου, Μάνο. Δύο χρόνια να περιμένουμε να παραγραφεί η υπόθεση ή να βρούμε τον κατάλληλο άνθρωπο στο εξωτερικό για να τα ρευστοποιήσει. Και τώρα είμαστε εδώ, στη μέση του πουθενά, σαν τους κυνηγημένους».
«Σκάστε και οι δύο!» διέταξε ο Μάνος, σηκώνοντας όρθιο το βαρύ ορειβατικό σακίδιο του. «Αύριο το βράδυ περνάμε τα σύνορα από το αφύλακτο πέρασμα που βρήκα. Σε τρεις μέρες θα είμαστε στην Αλβανία και από εκεί στην Ιταλία. Τα λεφτά είναι εδώ. Η ζωή μας αλλάζει. Τέλος η κουβέντα».
Η νύχτα προχώρησε, η φωτιά έσβησε και οι τρεις τους αποσύρθηκαν στις σκηνές τους. Η σιωπή του βουνού ήταν τόσο απόλυτη που μπορούσες να ακούσεις το θρόισμα των φύλλων από χιλιόμετρα μακριά.
Γύρω στις τρεις το πρωί, ένας πνιχτός, υπόκωφος ήχος –σαν ένας βαθύς αναστεναγμός που κόπηκε βίαια– ακούστηκε από τη σκηνή του Μάνου. Η Νεφέλη πετάχτηκε όρθια, με την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή . Έμεινε ακίνητη για μερικά δευτερόλεπτα, ακούγοντας τη βαριά της ανάσα. Βγήκε έξω, τρέμοντας από το τσουχτερό κρύο του υψομέτρου.
«Μάνο;» ψιθύρισε, πλησιάζοντας τη σκηνή του. «Μάνο, άκουσες κάτι;»
Δεν πήρε απάντηση. Με τρεμάμενα χέρια, τράβηξε το φερμουάρ της σκηνής. Το φως του φακού της αποκάλυψε το απόλυτο μακάβριο θέαμα. Ο Μάνος ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα. Τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα, γεμάτα με τον τρόμο της τελευταίας του στιγμής, και γύρω από τον λαιμό του υπήρχε ένα βαθύ, ματωμένο αυλάκι από λεπτό συρματόσχοιχο. Δίπλα του, το μεγάλο του σακίδιο ήταν σκισμένο με μαχαίρι από την πάνω πλευρά μέχρι κάτω. Η εσωτερική φόδρα είχε ξηλωθεί. Τα ομόλογα είχαν εξαφανιστεί.
«Άλκη! Ξύπνα! Ο Μάνος είναι νεκρός!» ούρλιαξε η Νεφέλη, τρέχοντας στην απέναντι σκηνή και χτυπώντας με μανία το ύφασμα.
Ο Άλκης βγήκε παραπατώντας, κρατώντας έναν σουγιά με ανοιχτή τη λάμα, με τα μάτια του θολά από τον ύπνο και τον τρόμο. Όταν αντίκρισε το πτώμα του Μάνου, το πρόσωπό του έχασε κάθε ίχνος χρώματος.
«Όχι, όχι, όχι...» ψιθύρισε, κάνοντας βήματα προς τα πίσω. «Μας βρήκαν. Ο συνεργός του φύλακα... Ο γέρος είχε έναν ανιψιό που έψαχνε τα λεφτά. Μας ακολούθησε από την Αθήνα».
«Δεν υπάρχει σήμα, Άλκη! Το τηλέφωνο είναι νεκρό!» έκλαιγε η Νεφέλη, δείχνοντας την οθόνη του κινητού της. «Δεν έχουμε πώς να καλέσουμε βοήθεια. Πρέπει να μαζέψουμε τα πράγματα και να φύγουμε τώρα. Μέσα από το μονοπάτι, στο σκοτάδι».
«Είσαι τρελή;» τη διέκοψε ο Άλκης άγρια, αρπάζοντάς την από το μπράτσο. «Είναι αυτοκτονία να κατεβούμε το γκρεμό μέσα στη νύχτα χωρίς φως. Θα γλιστρήσουμε και θα τσακιστούμε στις πέτρες. Αυτό περιμένει ο δολοφόνος. Να βγούμε στο ανοιχτό μονοπάτι για να μας καθαρίσει έναν-έναν. Θα περιμένουμε να ξημερώσει εδώ. Θα κάτσουμε πλάτη με πλάτη δίπλα στα βράχια. Αν πλησιάσει, θα τον σφάξω».
Κάθισαν δίπλα στα αποκαΐδια της φωτιάς, τυλιγμένοι με τις κουβέρτες τους, κοιτάζοντας προς διαφορετικές κατευθύνσεις του δάσους. Ο χρόνος κυλούσε σαν πηχτό, βασανιστικό υγρό. Κάθε θόρυβος, κάθε κλαδί που έσπαγε από τον άνεμο, τους έκανε να πετάγονται.
Γύρω στις πέντε το πρωί, το πρώτο αμυδρό γκρίζο φως άρχισε να ξεπλένει το σκοτάδι. Ο Άλκης σηκώθηκε όρθιος, με τα πόδια του πιασμένα από την ορθοστασία.
«Θα ανέβω λίγο πιο πάνω, στο ύψωμα με τα μεγάλα βράχια», είπε κοιτάζοντας τη Νεφέλη. «Εκεί ίσως πιάσει έστω και μια γραμμή σήμα για να στείλω ένα μήνυμα. Μην κουνηθείς από εδώ. Αν ακούσεις οτιδήποτε, τρέχα να κρυφτείς στις κουφάλες των δέντρων».
Η Νεφέλη έμεινε μόνη. Πέρασαν δέκα λεπτά. Μετά είκοσι. Η σιωπή του δάσους έγινε ξανά απόκοσμη. Ο Άλκης δεν έδινε κανένα σημείο ζωής. Η αναμονή άρχισε να της σπάει τα νεύρα. Δεν άντεξε. Σηκώθηκε και άρχισε να ανεβαίνει προς τα βράχια, ακολουθώντας προσεκτικά τα νωπά πατήματα του Άλκη στο χώμα.
Τον βρήκε πίσω από έναν μεγάλο, πυκνό θάμνο. Ήταν πεσμένος μπρούμυτα, με τα χέρια απλωμένα μπροστά. Στην πλάτη του, ακριβώς ανάμεσα στις ωμοπλάτες, ήταν καρφωμένο μέχρι τη λαβή το ίδιο του το μαχαίρι – ο σουγιάς που κρατούσε πριν λίγο για να τους προστατεύσει.
Η Νεφέλη έκανε δύο βήματα πίσω, πνίγοντας μια κραυγή με τις παλάμες της. Ήταν μόνη της στο βουνό. Ο δολοφόνος ήταν ακόμα εκεί, κρυμμένος στις σκιές, και είχε ήδη εξολοθρεύσει τους δύο φίλους της. Με κομμένη την ανάσα και τα δάκρυα να θολώνουν την όρασή της, γύρισε τρέχοντας προς την κατασκήνωση. Έπρεπε να πάρει το σακίδιό της και να τρέξει για τη ζωή της, αψηφώντας τον γκρεμό.
Καθώς μάζευε μηχανικά τα πράγματα, το μάτι της έπεσε ξανά στο πτώμα του Μάνου μέσα στη σκισμένη σκηνή. Κάτι στο μυαλό της, μια λεπτομέρεια που ο πανικός είχε κρύψει, άρχισε να ξεκαθαρίζει με μια παγερή, απόλυτη λογική.
Ο Μάνος είχε πεθάνει πρώτος. Το σακίδιό του είχε σκιστεί αμέσως. Ο δολοφόνος είχε πάρει τα ομόλογα από την πρώτη στιγμή. Αν ο σκοπός του ήταν απλώς η ληστεία, θα μπορούσε να είχε φύγει μέσα στη νύχτα με τα λεφτά, αφήνοντας εκείνη και τον Άλκη ζωντανούς. Αλλά έμεινε. Έμεινε για να σκοτώσει και τον Άλκη. Αυτό δεν ήταν ληστεία. Ήταν εκδίκηση.
Σκύβοντας πάνω από τον νεκρό Μάνο, παρατήρησε τα χέρια του. Τα νύχια του είχαν ίχνη από ξένο δέρμα και αίμα – είχε παλέψει σκληρά με τον δολοφόνο του πριν το συρματόσχοιχο του κόψει την ανάσα. Αλλά το πιο συγκλονιστικό ήταν στο έδαφος, ακριβώς κάτω από το δεξί του χέρι. Μέσα στο νωπό χώμα, ο Μάνος είχε προλάβει να χαράξει με το νύχι του δύο γράμματα πριν ξεψυχήσει: Ν Ε.
Η Νεφέλη πάγωσε, νιώθοντας το αίμα της να παγώνει στις φλέβες της. Αν ο Μάνος είχε γράψει «ΝΕ», δεν εννοούσε τη Νεφέλη. Εννοούσε τον Νέστορα.
«Όχι, είναι αδύνατον», ψιθύρισε στον εαυτό της. «Ο Νέστορας είναι στη φυλακή...»
Τότε όμως θυμήθηκε το γράμμα που είχε έρθει στο σπίτι της πριν από έναν μήνα από έναν κοινό τους γνωστό, το οποίο είχε πετάξει στα σκουπίδια χωρίς να του δώσει σημασία: ο Νέστορας είχε αποφυλακιστεί υπό όρους λόγω καλής διαγωγής και συγχώνευσης ποινών πριν από τρεις εβδομάδες.
Ένας βαρύς ήχος από βήματα πάνω στα ξερά φύλλα την έκανε να γυρίσει απότομα.
Μέσα από την πρωινή ομίχλη του φαραγγιού, μια φιγούρα προχώρησε αργά προς το ξέφωτο. Φορούσε ένα σκούρο ορειβατικό μπουφάν και κρατούσε στο αριστερό του χέρι το σκισμένο πακέτο με τα ομόλογα. Το πρόσωπό του ήταν αδυνατισμένο, ταλαιπωρημένο από τα δύο χρόνια στα κελιά, αλλά τα μάτια του ήταν απόλυτα ήρεμα, σχεδόν γαλήνια.
«Ήξερα ότι ο Άλκης θα επέλεγε αυτό το μέρος για να κρυφτείτε», είπε ο Νέστορας με φωνή χαμηλή, σταθερή, χωρίς ίχνος θυμού. «Μας άρεσε πάντα η απομόνωση της Κόκκινης Πέτρας, θυμάσαι, Νεφέλη; Κανείς δεν μπορεί να σε ακούσει εδώ πάνω. Ό,τι και να συμβεί, μένει ανάμεσα στα βράχια».
«Νέστορα... σε παρακαλώ...» ψιθύρισε η Νεφέλη, νιώθοντας την πλάτη της να ακουμπά με δύναμη στον σκληρό κορμό ενός δέντρου. «Δεν φταίμε εμείς... Ο Μάνος μας ανάγκασε να φύγουμε τότε...»
«Ο Μάνος πέθανε γρήγορα, μην ανησυχείς», συνέχισε εκείνος, κάνοντας ένα ακόμα αργό βήμα πιο κοντά, ενώ το δεξί του χέρι ήταν χωμένο βαθιά στην τσέπη του μπουφάν του. «Αλλά ο Άλκης... ο Άλκης προσπάθησε να μου τα φορτώσει όλα ξανά όταν τον πέτυχα στα βράχια. Μου έκλαιγε. Μου είπε ότι εσύ είχες την ιδέα να με αφήσετε πίσω στην αποθήκη για να έχετε έναν ένοχο για την αστυνομία, ώστε να σταματήσουν να ψάχνουν τους υπόλοιπους».
«Ψέματα! Σου λέει ψέματα για να σωθεί!» ούρλιαξε η Νεφέλη, με τα δάκρυά της να τρέχουν πλέον ανεξέλεγκτα. «Όλοι σε αγαπούσαμε, Νέστορα! Θα ερχόμασταν να σε βρούμε μόλις ξεκαθάριζε το τοπίο!»
Ο Νέστορας στάθηκε σε απόσταση αναπνοής. Η αύρα του δεν είχε τη μανία ενός ψυχοπαθούς δολοφόνου, αλλά την παγερή ηρεμία ενός ανθρώπου που εκτελούσε ένα συμβόλαιο που είχε γραφτεί εδώ και δύο χρόνια στους τοίχους της φυλακής. Κοίταξε τα ματωμένα ομόλογα στα χέρια του και μετά έστρεψε το βλέμμα του στα δικά της μάτια.
«Δεν έχει καμία σημασία ποιος είπε το ψέμα και ποιος το πίστεψε, Νεφέλη», είπε σιγανά, βγάζοντας το δεξί του χέρι από την τσέπη. «Σημασία έχει ότι το κάμπινγκ τελείωσε. Και οι τέσσερις είμαστε πια, επιτέλους, ελεύθεροι».
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Το πρώτο καθαρό φως του ήλιου χτύπησε τις απότομες κορυφές των βράχων, αλλά στον πάτο του φαραγγιού, η σιωπή επέστρεψε, πιο βαθιά και πιο οριστική από ποτέ.

Σχόλια

πλεγμα

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο Αγαπητικός της Αυλής: Ένα Σκοτεινό Διήγημα για την Παλιά Αθήνα

Το κρίμα του παρελθόντος: Όταν το παιδί σου είναι ο μεγαλύτερος εχθρός σου(Διήγημα)

Πίσω από τους Ήχους της Σιωπής: Διήγημα Μυστηρίου & Αγωνίας