Σαράντα ολόκληρα χρόνια, η ζωή του ήταν μια ισόβια καταδίκη στο απόλυτο, αδιαπέραστο σκοτάδι. Γεννημένος τυφλός, δεν είχε αντικρίσει ποτέ τα χρώματα της αυγής, ούτε το γαλάζιο του ουρανού.
Ολόκληρη η ύπαρξή του είχε χτιστεί γύρω από τις αισθήσεις που του απέμεναν: το μεθυστικό άρωμα από το αγιόκλημα της αυλής, τους γνώριμους ήχους του σπιτιού και την πιστή, ζεστή παρουσία του σκύλου του, που αποτελούσε τον μοναδικό του σύντροφο από τότε που έφυγε από τη ζωή η πολυαγαπημένη του μητέρα.
Το πρωινό εκείνης της Κυριακής, ο βαρύς, ρυθμικός ήχος από τις καμπάνες της ενορίας του διέκοψε τη σιωπή. Είχε να πατήσει το πόδι του στην εκκλησία από το σαρανταήμερο μνημόσυνο της μάνας του. Όμως, εκείνη τη μέρα, μια παράξενη, ακατανίκητη έλξη ξεπήδησε από μέσα του, ένα βουβό κάλεσμα που τον ανάγκασε να σηκωθεί. Για εκείνον, ο ναός δεν ήταν απλώς ένας χώρος λατρείας, αλλά ένα πνευματικό καταφύγιο, όπου οι βυζαντινές ψαλμωδίες αγγίζουν τις πιο ευαίσθητες χορδές της ψυχής του.
Κρατώντας σφιχτά το λευκό του μπαστούνι, βγήκε στον δρόμο, όπου μια καλοσυνάτη γειτόνισσα τον έπιασε από το χέρι και τον οδήγησε με ασφάλεια μέχρι το στασίδι του. Καθώς η Θεία Λειτουργία προχωρούσε, ένας ξαφνικός, έντονος ίλιγγος άρχισε να του θολώνει τον νου, ενώ ένα υπόκωφο βουητό σφυροκοπούσε τα αυτιά του.
Η στιγμή της μεγάλης ανατροπής πλησίαζε. Την ώρα που οι ψάλτες ξεκίνησαν να τραγουδούν τους πρώτους στίχους της Μεγάλης Δοξολογίας, αντηχώντας το «Δόξα Σοι τω δείξαντι το φως», ο κόσμος του κλονίστηκε συθέμελα. Ένα εκτυφλωτικό, λαμπρό και πρωτόγνωρο φως —ένα φως που δεν έμοιαζε με τίποτα γήινο— διαπέρασε σαν αστραπή τα νεκρά του μάτια.
Γύρω του, η ατμόσφαιρα της κατάνυξης διαλύθηκε βίαια. Άκουσε τις τρομαγμένες φωνές των πιστών να καλούν σε βοήθεια, φωνάζοντας πως ο άνδρας κατέρρευσε από ξαφνική ανακοπή καρδιάς. Όμως, ο ίδιος δεν ένιωθε τον παραμικρό πόνο, ούτε τον φόβο του θανάτου.
Σε εκείνο το μεταφυσικό μεταίχμιο, η δική του λύτρωση είχε ήδη ξεκινήσει. Μέσα στο απόλυτο φως, αντίκρισε για πρώτη φορά τις μορφές των κεκοιμημένων γονιών του, που τον πλησίαζαν με ανοιχτές αγκάλες και ένα γαλήνιο χαμόγελο στα χείλη. Στα χέρια τους κρατούσαν εκείνο το γνώριμο αγιόκλημα, και για πρώτη φορά στα σαράντα του χρόνια, ο άνδρας κατάλαβε το πραγματικό του σχήμα.
Καθώς οι σειρήνες του ασθενοφόρου ακούγονταν σαν απόκοσμος ψίθυρος στο βάθος, μια γλυκιά, εσωτερική φωνή σφράγισε την αιώνια γαλήνη του, ψιθυρίζοντας: «Εγώ ειμί το φως του κόσμου». Το επίγειο σκοτάδι είχε νικηθεί για πάντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου