Το ήξερα πως θα φτάσω τελευταίος: Διήγημα μεταφυσικού μυστηρίου

Εικόνα
Η βροχή χτυπούσε το παρμπρίζ του παλιού Volvo με μια ρυθμική, σχεδόν υπνωτιστική μανία. Ο δείκτης του ρολογιού στο ταμπλό ήταν κολλημένος στις 02:40 τα ξημερώματα . Ο δρόμος για το ορεινό καταφύγιο της Καστανιάς ήταν σκοτεινός, πνιγμένος στην ομίχλη και τις λάσπες. Ο Μάνος έσφιξε το τιμόνι, νιώθοντας το κρύο να διαπερνά τα ρούχα του. Κοίταξε το κινητό του. Καμία ένδειξη σήματος. Μόνο μια λευκή οθόνη που αναβοσβήνε. ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ Είχε λάβει το γράμμα πριν από τρεις ημέρες. Ένας απλός, χειρόγραφος φάκελος χωρίς γραμματόσημο, με μια μόνο πρόταση: «Μας απομένει μία τελευταία συνάντηση. Μην αργήσεις» . Η υπογραφή στο τέλος του προκάλεσε ρίγος. Ήταν ο γραφικός χαρακτήρας του Άλκη. Του κοινού τους φίλου, που είχε χαθεί στο ίδιο ακριβώς βουνό πριν από δέκα χρόνια. Ο Μάνος ήξερε ότι ήταν παράλογο. Ότι οι υπόλοιποι της παλιάς παρέας, ο Νίκος, η Έλενα και ο Παύλος, θα βρίσκονταν ήδη εκεί. Το ήξερα πως θα φτάσω τελευταίος , ψιθύρισε στον εαυτό του με μια πικρή βεβαιότητα. Το Καταφ...

Περίπου Ζωντανός: Ένα Διήγημα Μυστηρίου και Μεταφυσικής

• Η σιλουέτα ενός άνδρα να περπατά σε έναν σκοτεινό διάδρομο προς ένα έντονο λευκό φως, αναπαράσταση για το μεταφυσικό διήγημα Περίπου Ζωντανός

Το ρολόι στον τοίχο του γραφείου είχε κολλήσει στις δέκα και δώδεκα. Όχι μόνο σήμερα, αλλά κάθε φορά που ο Μιχάλης σήκωνε το βλέμμα του από την οθόνη του υπολογιστή.

Ήταν μια παράξενη εβδομάδα. Η πόλη έμοιαζε τυλιγμένη σε μια διαρκή, υπόκωφη ομίχλη, και οι συνάδελφοί του στο λογιστικό γραφείο έδειχναν πιο απόμακροι από ποτέ. Όταν τους μιλούσε, εκείνοι αργούσαν να γυρίσουν. Τον κοιτούσαν με ένα βλέμμα αφηρημένο, σαν να προσπαθούσαν να θυμηθούν ποιος ήταν, πριν του γνέψουν καταφατικά και επιστρέψουν στη δουλειά τους.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Μάλλον χρειάζομαι άδεια», σκέφτηκε, μαζεύοντας τα πράγματά του.

Βγαίνοντας στον δρόμο, η αίσθηση της απομόνωσης έγινε πιο έντονη. Τα αυτοκίνητα περνούσαν από μπροστά του χωρίς τον παραμικρό θόρυβο. Οι πεζοί βάδιζαν βιαστικοί, με τα κεφάλια σκυμμένα, αποφεύγοντας κάθε επαφή. Ο Μιχάλης ένιωθε το σώμα του παράξενα ελαφρύ, σαν η βαρύτητα να είχε χάσει τη μισή της δύναμη πάνω του.

Όταν έφτασε στο διαμέρισμά του, αποφάσισε να πάρει τηλέφωνο την Άννα, την αρραβωνιαστικιά του. Χρειαζόταν να ακούσει μια οικεία φωνή. Πληκτρολόγησε τον αριθμό. Το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει.

Ένα, δύο, τρία χτυπήματα.

«Ναι;» ακούστηκε η φωνή της. Ήταν σπασμένη, βαριά, γεμάτη κλάμα.
«Άννα, εγώ είμαι», είπε ο Μιχάλης, νιώθοντας μια ξαφνική ανακούφιση. «Δεν φαντάζεσαι τι περίεργη μέρα έχω περάσει. Όλοι στη δουλειά συμπεριφέρονται σαν να είμαι αόρατος…»
«Ναι; Ποιος είναι;» τον διέκοψε η Άννα. Η φωνή της έτρεμε. «Παρακαλώ, μιλήστε μου. Μην το κλείνετε…»
«Άννα, με ακούς; Ο Μιχάλης είμαι!» φώναξε, αλλά από την άλλη γραμμή ακούστηκε μόνο ένας βαθύς, σπαρακτικός λυγμός.

Η γραμμή έπεσε.

Ο Μιχάλης κοίταξε την οθόνη του κινητού του. Δεν έδειχνε σήμα. Δεν έδειχνε καν δίκτυο. Κοίταξε γύρω του. Το διαμέρισμά του έμοιαζε ίδιο, αλλά τα χρώματα είχαν αρχίσει να ξεθωριάζουν, μετατρέποντας τα πάντα σε μια απαλή, γκρίζα μονοχρωμία.

Τότε άκουσε το χτύπημα στην πόρτα. Τρεις κοφτοί, αποφασιστικοί χτύποι.

Πλησίασε και άνοιξε. Στο πλατύσκαλο στεκόταν ένας άνδρας με ένα σκούρο, κλασικό κοστούμι. Δεν είχε μαζί του έγγραφα, ούτε κρατούσε τίποτα. Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο, σχεδόν γαλήνιο, αλλά τα μάτια του είχαν το βάθος μιας ατέλειωτης νύχτας.

«Ποιος είστε;» ρώτησε ο Μιχάλης, νιώθοντας μια ξαφνική παγωνιά να απλώνεται στο στήθος του.
«Ήρθα να σε βοηθήσω να ολοκληρώσεις τη μετάβαση, Μιχάλη», απάντησε ο άνδρας με φωνή χαμηλή και βελούδινη.
«Τι εννοείτε; Τι μετάβαση; Εγώ… είμαι καλά. Απλώς είχα μια κουραστική μέρα».
Ο ξένος χαμογέλασε με κατανόηση. «Όλοι το ίδιο λένε στην αρχή. Προσπαθούν να κρατηθούν από τη ρουτίνα. Το γραφείο, οι συνάδελφοι, το σπίτι. Αλλά ξέρεις καλά ότι τίποτα δεν είναι ίδιο από την προηγούμενη Παρασκευή. Το ρολόι που δεν κινείται, οι άνθρωποι που δεν σε βλέπουν, το τηλέφωνο που δεν μεταφέρει τις λέξεις σου».

Ο Μιχάλης έκανε ένα βήμα πίσω. Το μυαλό του άρχισε να τρέχει στο παρελθόν, αναζητώντας μια σταθερά. Παρασκευή βράδυ. Βροχή. Η εθνική οδός. Τα φώτα ενός φορτηγού που έρχονταν κατά πάνω του.

«Όχι», ψιθύρισε. «Όχι, είμαι εδώ. Μιλάω, σκέφτομαι, νιώθω. Είμαι ζωντανός».
«Είσαι περίπου ζωντανός», τον διόρθωσε απαλά ο άνδρας. «Η ενέργειά σου, οι αναμνήσεις σου και η άρνησή σου να αποδεχτείς το τέλος δημιούργησαν αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο. Αλλά το σώμα σου έχει ήδη παραδοθεί. Η Άννα δεν άκουσε τη φωνή σου στο τηλέφωνο, Μιχάλη. Άκουσε μόνο τα παράσιτα μιας συσκευής που βρέθηκε κατεστραμμένη στα συντρίμμια».

Ο Μιχάλης κοίταξε τα χέρια του. Ήταν εκεί, αλλά αν πίεζε τα δάχτυλά του, δεν ένιωθε την αντίσταση της σάρκας. Γύρισε το βλέμμα του προς το παράθυρο. Έξω από αυτό, η πόλη είχε εξαφανιστεί. Υπήρχε μόνο ένα απέραντο, ήρεμο λευκό φως που περίμενε.

«Πονάει;» ρωτήσε χαμηλόφωνα, νιώθοντας την άρνηση να δίνει τη θέση της σε μια παράξενη, λυτρωτική αποδοχή.
«Καθόλου», απάντησε ο άνδρας και έκανε στην άκρη, δείχνοντας τον δρόμο προς την έξοδο. «Ο πόνος ανήκει σε αυτούς που έμειναν πίσω. Για εσένα, είναι απλώς η ώρα να ξεκουραστείς».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ο Μιχάλης έριξε μια τελευταία ματιά στο γκρίζο δωμάτιο, άφησε το κινητό του πάνω στο τραπέζι και έκανε το πρώτο βήμα προς το φως.

Σχόλια

πλεγμα

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Το ήξερα πως θα φτάσω τελευταίος: Διήγημα μεταφυσικού μυστηρίου

Πολύ Ψέμα για μια Αλήθεια: Ένα Καθηλωτικό Διήγημα Μυστηρίου

Η Νύχτα Είναι Μεγάλη: Ένα Σκοτεινό Διήγημα Μυστηρίου