Η Νύχτα Είναι Μεγάλη: Ένα Σκοτεινό Διήγημα Μυστηρίου

Ο άνεμος χτυπούσε το τζάμι ρυθμικά, σαν δάχτυλο που ζητάει επίμονα να μπει μέσα. Ο Μιχάλης κοίταξε το ρολόι του τοίχου. Οι δείκτες είχαν κολλήσει στις τρεις και μισή εδώ και δύο ώρες. Ή τουλάχιστον έτσι του φαινόταν. Όταν το μπαταριάτικο* ρολόι της κουζίνας σταματάει, η σιωπή στο σπίτι γίνεται πιο βαριά, σχεδόν χειροπιαστή. «Η νύχτα είναι μεγάλη», ψιθύρισε, και η ίδια του η φωνή τού φάνηκε ξένη, σαν να ανήκε σε

κάποιον που στεκόταν ακριβώς πίσω από την πλάτη του.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Στο τραπέζι, δίπλα στο μισοάδειο ποτήρι με το τσίπουρο, ήταν απλωμένα τα χαρτιά του θείου του. Ο γερο-Στρατής είχε πεθάνει πριν από μια εβδομάδα, ήσυχα, στον ύπνο του, αφήνοντας πίσω του ένα σπίτι γεμάτο υγρασία, παλιά βιβλία και μια περίεργη μυρωδιά ξερού βασιλικού. Ο Μιχάλης είχε αναλάβει να μαζέψει τα πράγματα. Ήταν μια δουλειά που κανείς άλλος στην οικογένεια δεν ήθελε. Όλοι έλεγαν ότι ο Στρατής «είχε δει πολλά» στα νιάτα του στα καράβια και πως το μυαλό του είχε στρίψει προς το τέλος. Ανάμεσα στις κιτρινισμένες αποδείξεις και τα παλιά ναυτικά φυλλάδια, υπήρχε ένα δερμάτινο σημειωματάριο, δεμένο με έναν χοντρό σπάγκο. Ο Μιχάλης τον έλυσε. Οι σελίδες ήταν γραμμένες με έναν γραφικό χαρακτήρα νευρικό, γεμάτο γωνίες.

«14 Νοεμβρίου. Ήρθε πάλι. Δεν χτυπάει την πόρτα, ξέρει ότι είναι κλειδωμένη. Κάθεται στο πλατύσκαλο και περιμένει να σβήσει η λάμπα του λαδιού. Αν σβήσει πριν το ξημέρωμα, η νύχτα δεν θα τελειώσει ποτέ. Η νύχτα είναι μεγάλη για όσους κρατούν το κλειδί.» Ένα ξαφνικό τρίξιμο από το πάτωμα του επάνω ορόφου τον έκανε να παγώσει. Το σπίτι ήταν παλιό, τα ξύλα «έπαιζαν» με την αλλαγή της θερμοκρασίας, έλεγε στον εαυτό του. Όμως αυτό δεν ήταν το απλό, ξερό τρίξιμο της διαστολής. Ήταν ο ήχος ενός βήματος που προσπαθούσε να κρυφτεί. Αργό, βαρύ, με μια μικρή παύση ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο πάτημα. Σαν κάποιος να έσερνε ελαφρά το δεξί του πόδι.

Ο Μιχάλης σηκώθηκε όρθιος, προσέχοντας να μην κάνει θόρυβο η καρέκλα. Η καρδιά του χτυπούσε στον λαιμό του. Πήρε στο χέρι του το βαρύ, ορειχάλκινο κηροπήγιο από το ράφι. Το ρεύμα είχε κοπεί από το απόγευμα λόγω της καταιγίδας και το μοναδικό φως ερχόταν από ένα μισολιωμένο κερί. Βγήκε στο διάδρομο. Το σκοτάδι εκεί ήταν διαφορετικό, πιο πυκνό. Ανέβηκε τα ξύλινα σκαλιά ένα-ένα, πατώντας στις άκρες για να μην τρίζουν. Η μυρωδιά του ξερού βασιλικού έγινε ξαφνικά τόσο έντονη που του έφερε ναυτία. Στο τέλος του διαδρόμου, η πόρτα του δωματίου του θείου του ήταν μισάνοιχτη. Ένα αχνό, γκρίζο φως έβγαινε από μέσα, σαν το φως που αφήνει πίσω της η τηλεόραση όταν χάνει το σήμα. Μόνο που δεν υπήρχε τηλεόραση στο σπίτι.

Ο Μιχάλης έσπρωξε την πόρτα. Το δωμάτιο ήταν άδειο. Το κρεβάτι στρωμένο, τα ρούχα του νεκρού μαζευμένα. Όμως πάνω στο παλιό κομοδίνο, ακριβώς δίπλα από εκεί που ο θείος του άφηνε τα γυαλιά του, υπήρχε κάτι που δεν βρισκόταν εκεί το απόγευμα. Ένα μεγάλο, σκουριασμένο σιδερένιο κλειδί. Δίπλα του, πάνω στη σκόνη του ξύλου, κάποιος είχε χαράξει με το νύχι του μια μοναδική φράση: «Το ξημέρωμα αργεί. Η νύχτα είναι μεγάλη.» Ο Μιχάλης γύρισε απότομα το κεφάλι του προς το παράθυρο. Έξω, μέσα στη μαύρη νύχτα του χωριού, δεν υπήρχε ούτε ένα φως αναμμένο. Κανένα γαύγισμα σκύλου, κανένας ήχος αυτοκινήτου. Μόνο ο άνεμος. Και τότε, από το ισόγειο, εκεί ακριβώς που καθόταν πριν από λίγα λεπτά, άκουσε τον καθαρό, ρυθμικό ήχο της καρέκλας να σέρνεται στο πάτωμα, καθώς κάποιος καθόταν στο τραπέζι του.

Ένιωσε το αίμα του να παγώνει. Το κλειδί πάνω στο κομοδίνο έμοιαζε τώρα να αντανακλά το λιγοστό φως του κεριού με έναν τρόπο σχεδόν αφύσικο. Το πήρε στην παλάμη του· ήταν παγωμένο, σαν να είχε μείνει ώρες στην κατάψυξη. Κατέβηκε τις σκάλες με την ανάσα κρατημένη, προσπαθώντας να μην ακούσει τον χτύπο της ίδιας του της καρδιάς. Όταν έφτασε στο πλατύσκαλο του ισογείου, κοίταξε προς την κουζίνα. Η καρέκλα ήταν όντως τραβηγμένη. Πάνω στο τραπέζι, το σημειωματάριο του θείου του ήταν ανοιχτό σε μια άλλη σελίδα, που πριν ήταν λευκή.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Με τρεμάμενο χέρι πλησίασε το κερί για να διαβάσει τα φρέσκα, υγρά ακόμα γράμματα: «Μην κοιτάξεις πίσω σου. Αυτός που κάθεται στο τραπέζι δεν είναι αυτός που περιμένεις. Κοίταξε το παράθυρο». Ο Μιχάλης στράφηκε αργά προς τη μεγάλη τζαμαρία που έβλεπε στην αυλή. Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι της νύχτας, το είδε. Δεν είχε πρόσωπο, παρά μόνο δύο αδιόρατες σχισμές εκεί που θα έπρεπε να βρίσκονται τα μάτια. Και το χειρότερο· δεν στεκόταν απέξω. Το είδωλό του καθρεφτιζόταν στο τζάμι από την εσωτερική πλευρά του σπιτιού, ακριβώς δίπλα στη δική του φιγούρα. Ο Μιχάλης κατάλαβε τότε πως η πόρτα δεν είχε παραβιαστεί ποτέ, γιατί το πράγμα βρισκόταν ήδη μέσα. Το σιδερένιο κλειδί γλίστρησε από τα δάχτυλά του και έπεσε στο πάτωμα με έναν βαρύ, τελεσίδικο ήχο, ενώ το κερί έσβησε απότομα, αφήνοντάς τον μόνο με τον ψίθυρο που απλώθηκε στο δωμάτιο: «Σου το είπα. Η νύχτα είναι μεγάλη».

* ρολοι με μπαταρία, όπως το έλεγαν οι παλιοί

Σχόλια

πλεγμα

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο Αγαπητικός της Αυλής: Ένα Σκοτεινό Διήγημα για την Παλιά Αθήνα

Το κρίμα του παρελθόντος: Όταν το παιδί σου είναι ο μεγαλύτερος εχθρός σου(Διήγημα)

Το Παζάρι των Ψυχών με τον Θεό: Ένα Μεταφυσικό Διήγημα Τρόμου