Η Συμφωνία του Χρόνου: Διήγημα μεταφυσικού μυστηρίου και ανατροπής
Το ρολόι του τοίχου χτυπούσε με έναν ξηρό, μεταλλικό ήχο που έμοιαζε να τρυπάει τη σιωπή του δωματίου. Μεσάνυχτα ακριβώς. Ο Μιχάλης καθόταν, όπως κάθε βράδυ τα τελευταία επτά χρόνια, καθηλωμένος στην αναπηρική του καρέκλα μπροστά από το μεγάλο παράθυρο του σαλονιού. Έξω, τα φώτα της πόλης έτρεμαν κάτω από την ψυχρή φθινοπωρινή βροχή. Τα πόδια του, άψυχα κομμάτια κρέατος σκεπασμένα με μια μάλλινη κουβέρτα, δεν ένιωθαν τίποτα. «Επτά χρόνια, τρεις μήνες και δώδεκα ημέρες», ψιθύρισε στον εαυτό του. Τόσος χρόνος είχε περάσει από τη νύχτα που το αυτοκίνητό του γλίστρησε στον βρεγμένο δρόμο, στερώντας του τη δυνατότητα να ξανασταθεί όρθιος.
Ξαφνικά, η θερμοκρασία στο δωμάτιο έπεσε απότομα. Η ανάσα του Μιχάλη βγήκε σε ένα λευκό σύννεφο ατμού. Στη γωνία του σαλονιού, εκεί όπου το σκοτάδι ήταν πιο πυκνό, οι σκιές άρχισαν να στροβιλίζονται, παίρνοντας σάρκα και οστά. Μέσα από το πουθενά, ένας άνδρας με κομψό, μαύρο κοστούμι και βλέμμα που έλαμπε σαν αναμμένο κάρβουνο προχώρησε προς το μέρος του. Ο Μιχάλης δεν χρειάστηκε να ρωτήσει ποιος ήταν. Η ίδια η ατμόσφαιρα, βαριά από τη μυρωδιά του θείου και του παγωμένου χώματος, πρόδιδε την ταυτότητα του επισκέπτη. Ήταν ο Διάβολος.
Η Μακάβρια Συμφωνία της Χρονικής Μετατόπισης
«Ήρθα γιατί κουράστηκα να σε βλέπω να μετράς τις στιγμές που έχασες, Μιχάλη», είπε ο ξένος, και η φωνή του ακούστηκε σαν το τρίψιμο ξερών φύλλων στην άσφαλτο. Πλησίασε την καρέκλα και ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του αναπήρου. «Σου προτείνω μια συμφωνία. Μπορώ να σε γυρίσω
πίσω. Στο καλοκαίρι του 2019. Στις ημέρες που έτρεχες, που ένιωθες το γρασίδι κάτω από τα πέλματά σου, που ήσουν ελεύθερος. Θα ζήσεις ξανά εκείνη την εποχή, χωρίς το ατύχημα. Το timeline θα αλλάξει για σένα».Ο Μιχάλης ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή. «Και το τίμημα;» 询问σε με σπασμένη φωνή. «Ξέρω ότι δεν χαρίζεις τίποτα». Ο Διάβολος γέλασε απαλά, ένα γέλιο που αντηχούσε σαν σιδερένια αλυσίδα που σέρνεται στο πάτωμα. «Το τίμημα είναι απλό. Δεν θέλω την ψυχή σου. Θέλω τον χρόνο σου. Για κάθε εβδομάδα που θα ζεις στο παρελθόν με τα υγιή σου πόδια, το σώμα σου θα γερνάει κατά δέκα ολόκληρα έτη. Θα καταναλώνεις τη ζωή σου σε γρήγορη κίνηση, αλλά θα είσαι όρθιος».
Η Επιστροφή στο Χρυσό Timeline του 2019
Η δίψα για κίνηση, η ανάγκη να ξεφύγει από τη φυλακή της σάρκας, νίκησε κάθε λογική. Ο Μιχάλης έγνεψε καταφατικά. Πριν προλάβει να αρθρώσει τη λέξη, το δωμάτιο εξαφανίστηκε μέσα σε μια δίνη φωτός. Όταν άνοιξε τα μάτια του, ο ουρανός ήταν καταγάλανος και ο αέρας μύριζε θάλασσα. Ήταν Ιούλιος του 2019. Κοίταξε κάτω. Φορούσε σορτς και αθλητικά παπούτσια. Μετά από επτά χρόνια, έδωσε την εντολή και τα πόδια του υπάκουσαν. Σηκώθηκε και έτρεξε πάνω στην καυτή άμμο, ούρλιαξε από ευτυχία.
Η πρώτη εβδομάδα ήταν ένας ασταμάτητος χορός. Ο Μιχάλης περπατούσε για ώρες, μόνο και μόνο επειδή μπορούσε. Όμως, το πρωί της όγδοης ημέρας, καθώς κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, παρατήρησε βαθιές ρυτίδες στην άκρη των ματιών του και πολλές άσπρες τρίχες. Το τίμημα είχε αρχίσει να εισπράττεται. Μέσα σε επτά ημέρες, το σώμα του είχε μόλις γεράσει κατά 10 χρόνια, φτάνοντας τα 39 του έτη. Όμως δεν τον ένοιαζε. «Αξίζει», είπε στον εαυτό του.
Το Παράδοξο της Ταχείας Βιολογικής Φθοράς
Μέχρι την τρίτη εβδομάδα, η κατάσταση έγινε τρομακτική. Έχοντας ζήσει μόλις 21 ημέρες ελευθερίας, το σώμα του είχε γεράσει κατά 30 χρόνια. Στα 59 του πλέον, τα γόνατά του —τα ίδια πόδια που τόσο λαχταρούσε— άρχισαν να πονούν από την αρθρίτιδα. Η αναπνοή του βάρυνε και η αντοχή του μειώθηκε δραματικά. Η ψευδαίσθηση της νεότητας είχε χαθεί· είχε ανταλλάξει την αναπηρία με τα πρόωρα γηρατειά.
Διαβάστε επίσης: Η Νύχτα Είναι Μεγάλη: Ένα Σκοτεινό Διήγημα Μυστηρίου
Στην πέμπτη εβδομάδα, η βιολογική φθορά έφτασε στο αποκορύφωμά της. Με 50 χρόνια επιπλέον στην πλάτη του, περπατούσε στον δρόμο του 2019 ως ένας εξασθενημένος γέροντας 79 ετών. Το δέρμα του ήταν διάφανο και η καρδιά του φτερούγιζε επικίνδυνα. Κατάλαβε την ειρωνεία του Διαβόλου: του έδωσε τα πόδια του, αλλά του αφαιρούσε τη δύναμη να τα κουνήσει.
Το Τέλος: Η Επιστροφή στην Αρχική Φυλακή
Το βράδυ της έκτης εβδομάδας, ο Μιχάλης —ένας εξαντλημένος γέροντας κοντά στα 90 του χρόνια— σύρθηκε με δυσκολία μέχρι το κρεβάτι του. Το σκοτάδι του δωματίου πυκνώσε ξανά, και η κομψή φιγούρα του Διαβόλου εμφανίστηκε στην άκρη του κρεβατιού με ένα πλατύ χαμόγελο.
«Λοιπόν, Μιχάλη;» ρώτησε ο Διάβολος. «Έτρεξες; Ήρθε η ώρα να εισπράξω το υπόλοιπο του χρόνου σου».
Ο Μιχάλης, με τα μάτια θολά, κοίταξε τον έκπτωτο άγγελο και ψιθύρισε: «Κατάλαβα το παιχνίδι σου... Αλλά έκανα κι εγώ μια επιλογή». Με ένα τρεμάμενο χέρι, έσπρωξε ένα παλιό σημειωματάριο που είχε πάνω στο κομοδίνο. Μέσα, είχε καταγράψει με λεπτομέρεια όλα όσα θυμόταν από το μέλλον: τις μετοχές που θα ανέβαιναν, τις καταστροφές που θα συνέβαιναν, τις αλλαγές του κόσμου μέχρι το 2026. Το είχε ταχυδρομήσει στον νεότερο εαυτό του, λίγες ημέρες πριν από το ατύχημα.
Ο Διάβολος κοίταξε το σημειωματάριο και το χαμόγελό του πάγωσε. Η χρονική μετατόπιση είχε δημιουργήσει ένα παράδοξο. Το σύμπαν άρχισε να τρέμει και να διαλύεται σαν καμένος καιρός. Ο Μιχάλης έκλεισε τα μάτια του, νιώθοντας την καρδιά του να σταματά, ξέροντας ότι σε ένα άλλο, παράλληλο timeline, ένας νεότερος Μιχάλης θα άνοιγε ένα γράμμα, θα απέφευγε τη στροφή του δρόμου και δεν θα χρειαζόταν ποτέ να κάνει τη δική του συμφωνία.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου