Το ήξερα πως θα φτάσω τελευταίος: Διήγημα μεταφυσικού μυστηρίου
Η βροχή χτυπούσε το παρμπρίζ του παλιού Volvo με μια ρυθμική, σχεδόν υπνωτιστική μανία. Ο δείκτης του ρολογιού στο ταμπλό ήταν κολλημένος στις 02:40 τα ξημερώματα. Ο δρόμος για το ορεινό καταφύγιο της Καστανιάς ήταν σκοτεινός, πνιγμένος στην ομίχλη και τις λάσπες. Ο Μάνος έσφιξε το τιμόνι, νιώθοντας το κρύο να διαπερνά τα ρούχα του. Κοίταξε το κινητό του. Καμία ένδειξη σήματος. Μόνο μια λευκή οθόνη που αναβοσβήνε.
Είχε λάβει το γράμμα πριν από τρεις ημέρες. Ένας απλός, χειρόγραφος φάκελος χωρίς γραμματόσημο, με μια μόνο πρόταση: «Μας απομένει μία τελευταία συνάντηση. Μην αργήσεις». Η υπογραφή στο τέλος του προκάλεσε ρίγος. Ήταν ο γραφικός χαρακτήρας του Άλκη. Του κοινού τους φίλου, που είχε χαθεί στο ίδιο ακριβώς βουνό πριν από δέκα χρόνια. Ο Μάνος ήξερε ότι ήταν παράλογο. Ότι οι υπόλοιποι της παλιάς παρέας, ο Νίκος, η Έλενα και ο Παύλος, θα βρίσκονταν ήδη εκεί. Το ήξερα πως θα φτάσω τελευταίος, ψιθύρισε στον εαυτό του με μια πικρή βεβαιότητα.
Το Καταφύγιο στην Άκρη του Χρονικού Ορίζοντα
Όταν το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε έξω από το πέτρινο οίκημα, η ησυχία που επικράτησε ήταν απόκοσμη. Η βροχή φαινόταν να πέφτει χωρίς να παράγει τον παραμικρό ήχο, σαν η πραγματικότητα να είχε χάσει την ακουστική της. Τα αυτοκίνητα των υπολοίπων ήταν σταθμευμένα στη σειρά, καλυμμένα με ένα παχύ στρώμα από ξερά φύλλα και σκόνη. Φαινόταν σαν να βρίσκονταν εκεί για μήνες, όχι για ώρες.
Ο Μάνος κατέβηκε, νιώθοντας την ατμόσφαιρα παράξενα βαριά, σχεδόν δισδιάστατη. Το φως που
έβγαινε από το παράθυρο του ισογείου είχε μια περίεργη, θαμπή απόχρωση, σαν να μην είχε τη δύναμη να διαπεράσει το σκοτάδι. Πλησίασε την ξύλινη πόρτα. Πριν προλάβει να ακουμπήσει το χέρι του στο σκουριασμένο πόμολο, η πόρτα άνοιξε αργά από μόνη της, τρίζοντας απαλά.Η Συνάντηση των Κέρινων Ομοιωμάτων
Στο εσωτερικό, η μεγάλη σάλα ήταν φωτισμένη από ένα τζάκι που σιγόκαιγε. Γύρω από το βαρελότο τραπέζι κάθονταν ο Νίκος, η Έλενα και ο Παύλος. Ήταν ακριβώς όπως τους θυμόταν, όμως κάτι στο βλέμμα τους ήταν βαθιά ανησυχητικό. Δεν κουνιόντουσαν. Τα μάτια τους ήταν στραμμένα στην είσοδο, αλλά έμοιαζαν να κοιτάζουν μέσα από τον Μάνο, σαν να ήταν φτιαγμένοι από γυαλί ή κερί.
«Φτάσατε λοιπόν», είπε ο Μάνος, κάνοντας ένα βήμα μπροστά. Η φωνή του ακούστηκε πνιχτή, χωρίς αντίλαλο. Οι τρεις φίλοι δεν απάντησαν αμέσως. Η Έλενα σήκωσε αργά το κεφάλι της. Το πρόσωπό της ήταν χλωμό, και οι κινήσεις της είχαν μια τρομακτική, μηχανική καθυστέρηση.
«Σε περιμέναμε, Μάνο», ψιθύρισε. «Πάντα αργούσες. Αλλά αυτή τη φορά, άργησες περισσότερο από κάθε άλλη φορά».
Διαβάστε επίσης: Πολύ Ψέμα για μια Αλήθεια: Ένα Καθηλωτικό Διήγημα Μυστηρίου
Το Παράδοξο της Στροφής του Δρόμου
Ο Παύλος άπλωσε το χέρι του και έσπρωξε μια παλιά, κιτρινισμένη εφημερίδα που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι. Ο Μάνος πλησίασε, νιώθοντας την καρδιά του να χτυπάει στον λαιμό του. Το πρωτοσέλιδο είχε ημερομηνία της επόμενης ημέρας. Στο κέντρο, υπήρχε μια φωτογραφία ενός διαλυμένου Volvo στο βάθος μιας χαράδρας, μόλις τρία χιλιόμετρα πριν το καταφύγιο.
«Η στροφή ήταν γεμάτη λάσπη, Μάνο», είπε ο Νίκος με μια φωνή που έμοιαζε να έρχεται από πολύ μακριά, μέσα από έναν βαθύ τούνελ. «Δεν το κατάλαβες ποτέ. Όπως δεν το καταλάβαμε κι εμείς όταν ήρθαμε εδώ πριν από δέκα χρόνια για να ψάξουμε τον Άλκη. Το δικό μας ατύχημα έγινε τότε. Το δικό σου έγινε πριν από δέκα λεπτά».
Η Αλήθεια των Παράλληλων timelines
Ο Μάνος κοίταξε τα χέρια του. Άρχισαν να χάνουν την πυκνότητά τους, να γίνονται διάφανα κάτω από το φως του τζακιού. Κατάλαβε. Το αυτοκίνητο που μπήκε στη λωρίδα του πριν από λίγη ώρα δεν ήταν ένα «glitch» της πραγματικότητας. Ήταν η στιγμή που η συνείδησή του, αρνούμενη να δεχτεί το τέλος, μεταπήδησε στο τελευταίο διαθέσιμο timeline, μόνο και μόνο για να εκπληρώσει την υπόσχεση της συνάντησης.
Η πόρτα πίσω του ξανάνοιξε. Από το σκοτάδι της ομίχλης προχώρησε μια φιγούρα με ορειβατική στολή. Ήταν ο Άλκης. Δεν ήταν πια χαμένος. Ήταν απλώς ο οικοδεσπότης που περίμενε υπομονετικά να ολοκληρωθεί η παρέα. Ο Μάνος χαμογέλασε πικρά, κάθισε στην κενή καρέκλα και άφησε τον χρόνο να σταματήσει οριστικά. Το ήξερα πως θα φτάσω τελευταίος, σκέφτηκε, καθώς το φως του τζακιού έσβησε για πάντα.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου