Εφτά Σμυρναίικοι Καημοί: Το διήγημα της Ανατολής

Ιστορική φωτογραφία από την πυρκαγιά και την καταστροφή της Σμύρνης το 1922 με την προκυμαία να φλέγεται

Εφτά Σμυρναίικοι Καημοί: Το ματωμένο ταξίδι της Ανατολής

Ο ήλιος έδυε πίσω από τα νερά του Αιγαίου, βάφοντας τον ορίζοντα με ένα πορφυρό, σχεδόν απόκοσμο χρώμα. Στην προκυμαία, εκεί που το κύμα έσκαγε με ορμή πάνω στις πέτρες, ένας άντρας στεκόταν ακίνητος. Τα μάτια του είχαν το χρώμα της στάχτης και το βλέμμα του κοιτούσε πέρα από τον χρόνο. Δεν θυμόταν πότε ακριβώς είχε ξεκινήσει αυτό το ταξίδι. Ήξερε μόνο πως η Ανατολή τον είχε γεννήσει εφτά φορές, σε εφτά διαφορετικές ενσαρκώσεις, και κάθε φορά, ο θάνατος τον περίμενε στο ίδιο ματωμένο χώμα, σφραγίζοντας τη μοίρα του με έναν αιώνιο, σμυρναίικο καημό.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η πρώτη πορεία και ο σταυρός στο Κορδελιό

Η πρώτη του ανάμνηση ήταν γεμάτη με τη μυρωδιά του ιωδίου και το λιμανάκι στο Κορδελιού Ήταν τότε που ξεκίνησε την πορεία του, νεαρός ακόμα, κουβαλώντας έναν βαρύ, ξύλινο σταυρό στον ώμο του. Ήταν ο σταυρός του χρέους, της προσφυγιάς και μιας μοίρας που δεν επέλεξε ποτέ ο ίδιος. Το

Κορδελιό έσφυζε από ζωή, οι φωνές των ψαράδων και τα τραγούδια των γυναικών αντηχούσαν στους δρόμους, όμως η σκιά του κακού πλησίαζε αθόρυβα.

Ο δρόμος που διάλεξε να περπατήσει αποδείχθηκε μια ατελείωτη έρημος γεμάτη κινδύνους. Χίλια θεριά ορθώθηκαν μπροστά του, πλάσματα του μίσους και του πολέμου που ζητούσαν το αίμα του. Το θανατικό απλώθηκε σαν ομίχλη πάνω από τα χωριά και το μακελειό δεν άργησε να ακολουθήσει. Σε εκείνη την πρώτη του ζωή, έμαθε τι σημαίνει να χάνεις την πατρίδα πριν καλά-καλά την ονομάσεις δική σου, βλέποντας το Κορδελιό να χάνεται μέσα στις φλόγες και τον καπνό.

Τα μαυρομάνικα μαχαίρια της Προύσας

Όταν ξύπνησε για δεύτερη φορά, τα βήματά του τον είχαν φέρει στους στενούς, λιθόστρωτους δρόμους της Προύσας. Τα χρόνια είχαν περάσει, το πρόσωπό του είχε αλλάξει, όμως η ψυχή του κουβαλούσε την ίδια παλιά πληγή. Εκεί, κάτω από τη σκιά των μεγάλων πλατάνων και των παλιών αγορών, η μοίρα του είχε στήσει μια φονική ενέδρα. Άνθρωποι του σκότους τον καρτέρεψαν στις γωνιές των σκοτεινών καλντεριμιών, κρατώντας στα χέρια τους μαχαίρια μαυρομάνικα, κοφτερά σαν τον άνεμο του χειμώνα.

Δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Το κρύο ατσάλι βρήκε τη σάρκα του και τα χρόνια του, που απλώνονταν μπροστά του γεμάτα υποσχέσεις, στέρεψαν ακαριαία, σαν ποτάμι που ξεράθηκε από τον καύσωνα. Ένιωσε το αίμα του να ποτίζει τις πέτρες της Προύσας και η τελευταία του σκέψη, πριν βυθιστεί ξανά στο σκοτάδι, ήταν μια κραυγή βουβή για μια ζωή που πήγε άδικα, χαμένη στα γρανάζια ενός μίσους που δεν του ανήκε.

Ο καβγάς στο Αϊβαλί και η χαμένη νιότη

Η Ανατολή όμως δεν είχε τελειώσει μαζί του. Τον γέννησε ξανά, μικρό αγόρι αυτή τη φορά, στις γειτονιές στο Αϊβαλί. Μεγάλωσε ανάμεσα στους ελαιώνες και τα πέτρινα σπίτια, με την περηφάνια της ράτσας του να κυλάει ζεστή στις φλέβες του. Ήταν παιδί ακόμα όταν βρέθηκε στη δίνη ενός άγριου καβγά, σε ένα από τα καφενεία του λιμανιού. Οι μεγαλύτεροι φώναζαν, τα τραπέζια ανατράπηκαν και οι απειλές άρχισαν να πέφτουν σαν βροχή.

Όμως εκείνος δεν κιότεψε. Η νεαρή του καρδιά δεν γνώριζε από φόβο και το βλέμμα του παρέμεινε ακλόνητο μπροστά στους αντιπάλους. Δεν άκουσε τις προειδοποιήσεις των γερόντων, έκλεισε τα αυτιά του στην απειλή που πλησίαζε και, μέσα στην ορμή της νιότης του, όρμησε μπροστά. Το τίμημα της γενναιότητάς του ήταν βαρύ. Μια λάμψη όπλου, ένας ξερός κρότος, κι άλλη μια ζωή του ξοδεύτηκε εκεί, πάνω στο μάρμαρο, αφήνοντας πίσω της ένα ανεκπλήρωτο όνειρο.

Το ματωμένο εικοσιδυό στα Αλάτσατα

Η πιο σκληρή από όλες τις μοίρες του τον περίμενε στα Αλάτσατα. Ήταν μια Κυριακή, από εκείνες τις ιερές μέρες που οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα, όμως το ημερολόγιο έγραφε χίλια εννιακόσια εικοσιδυό. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, γεμάτη από την προαίσθηση της μεγάλης καταστροφής. Ξαφνικά, οι κραυγές έσκισαν τη σιωπή της Κυριακής. Οι Τσέτες, οι άτακτοι ένοπλοι της ερήμου, εισέβαλαν σαν ακρίδες στους δρόμους των Αλάτσατων, σκορπίζοντας τον τρόμο.

Όλα έγιναν μέσα σε μια στιγμή. Οι Τσέτες περικύκλωσαν το σπίτι του και, πριν προλάβει να καταλάβει τι συνέβαινε, του πήραν την ψυχή με τον πιο βίαιο τρόπο. Δεν πρόλαβε ούτε να δει το πρόσωπο του φονιά του, ούτε να αποχαιρετήσει τον ήλιο. Η ζωή του κόπηκε στα δύο, όπως το νήμα της ιστορίας ολόκληρου του μικρασιατικού ελληνισμού, αφήνοντας τα Αλάτσατα βουτηγμένα στο αίμα και τον θρήνο.

Οι εφτά πληγές και το φιλί του Βοσπόρου

Εφτά φορές, σε εφτά διαφορετικές ζωές, η Ανατολή τον έφερε στον κόσμο και εφτά φορές τον πήρε πίσω. Ήταν ζωές αμαρτωλές, όχι γιατί ο ίδιος είχε αδικήσει κανέναν, αλλά γιατί το να επιβιώνεις σε έναν τέτοιο τόπο θεωρούνταν από μόνο του αμαρτία. Κάθε φορά που επέστρεφε, ο Βόσπορος του έδινε ένα παγωμένο, θαλασσινό φιλί, καλωσορίζοντάς τον σε ένα νέο μαρτύριο, σφραγίζοντας τα χείλη του για να μην αποκαλύψει τα μυστικά των περασμένων αιώνων.

Αυτές οι εφτά ζωές μετατράπηκαν σε εφτά βαθιές πληγές στο σώμα και την ψυχή του, δάνεια ακριβά που αναγκάστηκε να ζητήσει από τους βουβούς ουρανούς. Ήταν καταδικασμένος να πεθάνει εφτά φορές, να νιώσει τον ίδιο πόνο της απώλειας, του αποχωρισμού και της σφαγής, κουβαλώντας στις πλάτες του το βάρος μιας ολόκληρης χαμένης πατρίδας. Εφτά φορές νεκρός, αλλά πάντα ζωντανός στη μνήμη.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Τώρα, στεκόταν ξανά στην προκυμαία της Σμύρνης, νιώθοντας τον τελευταίο, έβδομο καημό να του σπαράζει τα σωθικά. Η πόλη πίσω του καιγόταν, οι θρήνοι των ανθρώπων ανέβαιναν μέχρι τον ουρανό και το λιμάνι είχε γίνει μια ζωντανή κόλαση. Ήξερε πως αυτός ήταν ο τελευταίος του θάνατος. Κοίταξε για μια τελευταία φορά την Ανατολή, χαμογέλασε πικρά και άφησε την ψυχή του να πετάξει ψηλά, ελεύθερη πια, λυτρωμένη από τους εφτά Σμυρναίικοιους καημούς που την είχαν στοιχειώσει για πάντα.

                     

Σχόλια

πλεγμα

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο Αγαπητικός της Αυλής: Ένα Σκοτεινό Διήγημα για την Παλιά Αθήνα

Πίσω από τους Ήχους της Σιωπής: Διήγημα Μυστηρίου & Αγωνίας

Μυστική Αναζήτηση: Ένα καθηλωτικό διήγημα μυστηρίου