Αναρτήσεις

• Πολύ Ψέμα για μια Αλήθεια: Ένα Καθηλωτικό Διήγημα Μυστηρίου

Εικόνα
Το δωμάτιο μύριζε παλαιό χαρτί, κρύο τσάι και εκείνη την αποπνικτική υγρασία που τρυπώνει στα σπίτια της βόρειας Αγγλίας κάθε φορά που ο καιρός αποφασίζει να πνίξει το τοπίο στην ομίχλη. Ο Άρθουρ Μπλέικ, συνταξιούχος καθηγητής Ιστορίας και ερασιτέχνης συλλέκτης σπάνιων χειρογράφων, κάθισε πίσω από το γραφέιο του. Τα δάχτυλά του, τραχιά από τα χρόνια, χάδευαν το εξώφυλλο ενός δερματόδετου βιβλίου που δεν είχε τίτλο. ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ Απέναντί του, ο νεαρός δημοσιογράφος Τόμας Ριντ κρατούσε το στυλό του πάνω από το σημειωματάριο, περιμένοντας. Είχε ταξιδέψει έξι ώρες με το τρένο για αυτή τη συνέντευξη. Η φήμη που κυκλοφορούσε στους ακαδημαϊκούς κύκλους ήταν εξωφρενική: ο Μπλέικ είχε στα χέρια του τα πρωτότυπα ημερολόγια ενός χαμένου αξιωματικού από την εποχή του Κριμαϊκού Πολέμου, τα οποία αποδείκνυαν ότι μια ολόκληρη ιστορική μάχη δεν είχε συμβεί ποτέ όπως τη διδάσκονταν στα σχολεία. Ένα Αριστουργηματικό Ψέμα «Θέλετε την αλήθεια, λοιπόν, κύριε Ριντ;» ρώτησε ο Μπλέικ, με τ...

ΑΝΟΙΚΤΕΣ ΠΛΗΓΕΣ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ 98η συνέχεια (Το σωτήριο όραμα )

Εικόνα
Δείτε  εδώ    τις μέχρι τώρα συνέχειες σε ενιαίο κείμενο Μπορείτε να αντιγράψετε τα κείμενα και να δημιουργήσετε αρχείο (WORLD ή  OPEN OFFICE ) ώστε να έχετε ενιαίο το κείμενο και στο τέλος ολοκληρωμένο το μυθιστόρημα Και ύστερα; τι με περιμένει ύστερα;”, αυτή η σκέψη τη βασάνιζε από τη στιγμή που πήρε την απόφαση. “Συχώρα με!, φώναξε κοιτώντας τον ουρανό και κάθισε στο πεζούλι με τα πόδια προς το γκρεμό. Δεν είχε το κουράγιο να σηκωθεί όρθια, ούτε και να κοιτάζει προς τα κάτω. Με μια ματιά αποχαιρέτησε το χωριό που απλωνόταν στο βάθος και έκλεισε τα μάτια. Το μόνο που έμενε ήταν να σπρώξει δυνατά το γερό της χέρι και να βρεθεί στο κενό. Πήρε μια βαθιά ανάσα και έκανε το σταυρό της.΅ Εκείνη τη στιγμή ένα δυνατό τράνταγμα σαν από σεισμό την πέταξε προς τα πίσω και μια λάμψη σαν αστρ...

Πάλι τις πρώτες μου αγάπες ερωτεύτηκα

Εικόνα
Πάλι τις πρώτες μου αγάπες ερωτεύτηκα Πάντα μού’διναν συμβουλές, με το καλό ή μ’απειλές: «στραβά περπάτησες»! Μού’κλειναν μάτι πονηρό, λέγαν, «αν βγεις απ’το σωρό, φίλε την πάτησες»! Με μαύρο χρώμα της νυχτιάς,

Στα μνήματα (Διήγημα)

Εικόνα
Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου Βλέπω τον άνθρωπο να παραφυλάει στη γωνία, κρυμμένο μέσα σε μαύρο παλτό με σκούφο και δερμάτινο τρύπιο χαρτοφύλακα παραμάσχαλα.  Με χέρια που έτρεμαν ξετρύπωσα τα κλειδιά μέσα από την τσάντα προσπαθώντας να ξεκλειδώσω την εξώπορτα που οδηγεί στον τρίτο όροφο, με αδέξιες κινήσεις.  Δεν τον κοίταζα. Με μια γρήγορη κίνηση τρύπωσα μέσα. Στη σκέψη ότι θα αντιληφθώ το μαχαίρι που εξέχει και σκίζει τον χαρτφύλακα, στέκομαι στο πλατύσκαλο, βαστώντας την αναπνοή μου και παγώνοντας το κορμί μου, προλαβάινοντας να ακούσω μια στριγγιά κραυγή και ένα απεγνωσμένο ουρλιαχτό που καλούσε σε βοήθεια. 

ΣΑΝ ΨΕΜΑ Η ΑΛΗΘΕΙΑ (ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ 93η συνέχεια. (Ο καλόγερος από το παρελθόν)

Εικόνα
Δείτε  εδώ  τα προηγούμενα σε ενιαίο κείμενο   Μπορείτε να αντιγράψετε τα κείμενα και να δημιουργήσετε αρχείο (WORLD ή OPEN OFFICE) ώστε να έχετε ενιαίο το κείμενο και στο τέλος ολοκληρωμένο το μυθιστόρημα  “Το βλέπεις που χαμογελάει;”, τον ρώτησε. “Ξέρεις γιατί; Γιατί αυτός που το έκανε το πλήρωσε πολύ ακριβά! Αποδόθηκε δικαιοσύνη και αυτό ηρέμησε την ψυχή του!” “Αποδόθηκε;”, ρώτησε με τη σειρά του ο ρασοφόρος. “Και ας υποθέσουμε πως έχεις δίκιο. Όμως ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να δικάζεις και να καταδικάζεις;”. Ο Πετρής έβγαλε το περίστροφο και το έστρεψε προς το μέρος του. “Αυτό!”, απάντησε παγερά “Και η εξουσία που έχω επάνω στα αδύναμα ανθρωπάκια! Το χρήμα αγοράζει τα πάντα. Ακόμα και τον Θεό σου σκότωσε!”.  

ΛΑΘΟΣ ΑΙΤΙΕΣ

Εικόνα
 Μοιραίοι νάρκισσοι, το είδωλο μας, ερωτευτήκαμε, με μύθους ζήσαμε, μάταιης δόξας στεφάνια, πλέξαμε. Ίσως να φταίγαν’, οι στρεβλοί καθρέφτες, που κοιταχτήκαμε, κρύβαν ατέλειες, μας δείχναν όμορφους, και τους πιστέψαμε.

ΑΝΟΙΚΤΕΣ ΠΛΗΓΕΣ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ 97η συνέχεια (Η απόρριψη του παπά )

Εικόνα
  Δείτε  εδώ    τις μέχρι τώρα συνέχειες σε ενιαίο κείμενο Μπορείτε να αντιγράψετε τα κείμενα και να δημιουργήσετε αρχείο (WORLD ή  OPEN OFFICE ) ώστε να έχετε ενιαίο το κείμενο και στο τέλος ολοκληρωμένο το μυθιστόρημα Φεύγοντας από το εργοστάσιο η πρώτη της σκέψη ήταν να πάει στο νεκροταφείο. Ο τάφος του Φίλιππου δεν είχε ετοιμαστεί ακόμη. Βρήκε έναν παπά, έκανε τρισάγιο. Και ύστερα κάθισε στον διπλανό τάφο και άρχισε νοερή κουβέντα με το γιο της. Τα δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια της, θάμπωσαν τα γυαλιά ηλίου που φορούσε. 

ΣΤΟ ΤΕΡΜΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ (Προς μελοποίηση)

Εικόνα
 ΣΤΟ ΤΕΡΜΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ Νύχτα στερνή, κρύα, αδειανή, οι αναμνήσεις, βροχή, πόσο ν’ αντέξει η ψυχή! Πόνος παντού, καίει το νου. Πες μου, στ’αλήθεια, μπορείς; Πώς θα χωρίσουμε εμείς; Τρέμει η καρδιά, φεύγει η βραδιά, φόβους, γεννάει η σιωπή, μιά λέξη, κάποιος να πει!

πλεγμα